Λέξη: απεργία

Σχετικές λέξεις: απεργία

απεργία σήμερα, απεργία λαϊκών αγορών, απεργία πλοίων, απεργία μετρό, απεργία φαρμακείων, απεργία ολμε, απεργία δικαστικών υπαλλήλων, απεργία πνο, απεργία φαρμακοποιών, απεργία αδεδυ, μμμ απεργία, μετρό, απεργία ταξί, αδεδυ, μετρο απεργία, απεργίες, απεργία αυριο, απεργία γιατρών, εοπυυ απεργία, απεργία δικηγόρων, οασθ απεργία, απεργία μμε

Συνώνυμα: απεργία

χτυπητήρι, απεργία, χτύπημα, κτύπημα

Μεταφράσεις: απεργία

αγγλικά
strike


ισπανικά
huelga, golpear, pulsar

γερμανικά
löschen, ausprägen, auslöschen, münzen, anstoßen, ...

γαλλικά
battement, heurter, attaquer, férir, cogner, ...

ιταλικά
percuotere, sciopero, urtare, colpo, colpire, ...

πορτογαλικά
percutir, bater, estrito, maçar, malhar, ...

ολλανδικά
kloppen, opvallen, botsen, werkstaking, houwen, ...

ρωσικά
отзвонить, сдирать, подсечка, достигать, гонг, ...

νορβηγικά
streik

σουηδικά
strejk, strejka, slå

φινλανδικά
isku, sivaltaa, ajautua, tärskäys, löytää, ...

δανικά
slå, strejke, banke

τσεχικά
tlouci, napadnout, úder, zachvátit, stávka, ...

πολωνικά
strajk, strajkować, uderzyć, tykać, natrafić, ...

ουγγρικά
sztrájk, sztrájkot, csapás, villámlások, strike

τούρκικα
grev

ουκρανικά
вражати, запалювати, удар, добиватись, чеканити

αλβανικά
shkrep

βουλγαρικά
стачка, удар, стачката, упражняване

λευκορωσικά
забастоўка, страйк

εσθονικά
saavutama, streik, löök

κροατικά
udarac, izravnati, otkucati, udar, pogoditi

ισλανδικά
höggva

λιθουανικά
streikas

λετονικά
streiks

σλαβομακεδονικά
штрајкот

ρουμανικά
grevă, izbi

σλοβενικά
stlačit, napadat

σλοβακικά
radiť

Στατιστικά δημοτικότητας: απεργία

Τυχαίες λέξεις