Λέξη: αποκάλυψη

Σχετικές λέξεις: αποκάλυψη

αποκάλυψη συνώνυμα, αποκάλυψη του ιωάννη κείμενο, αποκάλυψη – «βόμβα» με ποιον πασίγνωστο ηθοποιό είναι ζευγάρι η βάνα, αποκάλυψη το ένατο κύμα, αποκάλυψη τώρα, αποκάλυψη τώρα ταινία, αποκάλυψη του ιωάννη, αποκάλυψη πετρούλας με άρπαξε από τα μαλλιά με έβαλε κάτω και...video, αποκάλυψη – σοκ από την τατιάνα »ναι τον απάτησα...έκανα λάθος και το μετανιώνω», αποκάλυψη – «βόμβα» με ποιον πασίγνωστο ηθοποιό είναι ζευγάρι η βάνα ραμπότα (φωτο), η αποκάλυψη

Συνώνυμα: αποκάλυψη

έκθεση, θέση, παράθεση, φανέρωση

Μεταφράσεις: αποκάλυψη

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
apocalypse, disclosure, revelation, exposure, revealing
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
revelación, la revelación, revelación de
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
mitteilung, offenbarung, offenlegung, apokalypse, Offenbarung, Enthüllung, Offenbarungs, die Offenbarung
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
découverte, apocalypse, dévoilement, révélation, proclamation, divulgation, la révélation, révélations, une révélation
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
rivelazione, la rivelazione, rivelazioni
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
revelação, a revelação, revelações, revelação de
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
onthulling, openbaring, revelatie, de openbaring, openbaringen
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
разоблачение, обнаружение, уличение, вскрытие, изобличение, разглашение, апокалипсис, открытие, обличение, раскрытие, ...
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
åpenbaring, åpenbaringen, Revelation, Åpenbarings
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
avslöjande, uppenbarelse, Uppenbarelseboken, uppenbarelsen, uppenbarelser, uppenbarelsens
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
paljastus, ilmestyskirja, ilmestys, Revelation, ilmoitus, ilmestyksen, Ilmestyskirja
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
åbenbaring, åbenbaringen, afsløring, åbenbaringens
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
odhalení, apokalypsa, odkrytí, zjevení, Revelation, zjevením
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
odsłonięcie, odkrycie, zdemaskowanie, ujawnienie, wyjawienie, ujawnianie, apokalipsa, rewelacja, objawienie, objawieniem
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
közzététel, apokalipszis, elárulás, kinyilatkoztatás, Jelenések, kinyilatkoztatást, Jelenések könyve, a kinyilatkoztatás
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
vahiy, bir vahiy, vahyi, vahyin, revelation
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
розкриття, відкриття, апокаліпсис, одкровення, об'явлення, прозріння, свідоцтво
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
kiamet, shpallja, zbulesë, zbulesa, zbulim, zbulesa e
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
откровение, Revelation, откровението, откровения
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
адкрыцьцё, адкрыццё, аб'яўленне, наказ, адкравенне
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
apokalüpsis, paljastus, ilmutus, ilmutuse, ilmutust, ilmutusest, ilmutuses
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
razotkrivanje, raskrinkavanje, otkrivanje, Revelation, otkrivenje, objava, otkriće
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
afhjúpun, opinberun, Opb, Opinberunarbókin, Revelation, opinberunin
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
apokalipsė, apreiškimas, atskleidimas, apreiškimo, apreiškimą, atradimas
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
atklāsme, atklāsmes, atklāsmi, atklājums
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
Откровение, откровението, откривање, откритие, откривањето
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
revelație, revelația, revelației, descoperire, revelatie
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
razodetje, revelation, razodetja, odkritje, razkritje
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
apokalypsa, odhalení, zjavenie, zjavenia, zjavení, zjaveniu

Στατιστικά δημοτικότητας: αποκάλυψη

Τυχαίες λέξεις