Λέξη: αποχή

Σχετικές λέξεις: αποχή

αποχή από εκλογές, αποχή δικηγόρων αθηνών, αποχή εκλογές, αποχή εκλογές 2014, αποχή δικηγόρων ικα, αποχή δημοτικές εκλογές, αποχή δικηγόρων, αποχή από τις εκλογές κυρώσεις, αποχή δικηγόρων 9 απριλίου 2014, αποχή συμβολαιογράφων

Συνώνυμα: αποχή

αποχή, εγκράτεια

Μεταφράσεις: αποχή

αγγλικά
forbearance


ισπανικά
abstención, la abstención, abstencionismo, de abstención, una abstención

γερμανικά
stundung, duldsamkeit, geduld, nachsicht

γαλλικά
tolérance, indulgence, patience, clémence, longanimité, ...

ιταλικά
tolleranza

πορτογαλικά
paciência

ολλανδικά
geduld, lijdzaamheid

ρωσικά
терпение, снисходительность, воздержанность, терпеливость, сдержанность

νορβηγικά
abstention, avholdenhet, avholdende, avhold

σουηδικά
nedlagd röst, avstå, avstående, nedlagda röster

φινλανδικά
kärsivällisyys, maltti

δανικά
afståelse, hverken for eller imod, undlod at stemme, stemmeundladelse, undladelse

τσεχικά
strpení, tolerance, snášenlivost

πολωνικά
pobłażliwość, wyrozumiałość

ουγγρικά
türelem

τούρκικα
kaçınma, çekimser, abstention, çekimserlik, çekimser kalması

ουκρανικά
поблажливість, помірність, терплячість

αλβανικά
durimi

βουλγαρικά
въздържал се, въздържал, въздържане, въздържание, въздържането

λευκορωσικά
ўстрыманне, устрыманне, ўстрымлівасьць, стрыманасць, устрыманьне

εσθονικά
kannatlikkus, tolerants

κροατικά
uzdržavanje, apstinencija, uzdražavanje, ih uzdražavanje, uzdržljivost

ισλανδικά
hjásetu, setið hjá, sitja hjá við, sitja hjá

λιθουανικά
kantrybė, pakantumas

λετονικά
pacietība, atturība, iecietība

σλαβομακεδονικά
воздржани, апстиненцијата, Воздржаност, апстинирање, воздржан

ρουμανικά
răbdare

σλοβενικά
tolerance

σλοβακικά
zdržanie, zdržania, zdržali, sa zdržali, oneskorenia

Στατιστικά δημοτικότητας: αποχή

Τυχαίες λέξεις