Λέξη: βρώμικος

Σχετικές λέξεις: βρώμικος

βρώμικος κόσμος, βρώμικος νότος - τι σε φοβίζει στίχοι, βρώμικος νότος - μ'ένα αντίο στίχοι, βρώμικος νότος - μ'ένα αντίο, βρώμικος κόσμος - 02, βρώμικος νότος - στη ζώνη του λυκόφωτος, βρώμικος νότος - δεν μου φτάνει (στίχοι), βρώμικος συνώνυμα, βρώμικος ή βρώμικος, βρώμικος νότος

Συνώνυμα: βρώμικος

βρώμικος, ακάθαρτος, κοπρώδης, βρωμερός, ρυπαρός, απεριποίητος, μουτζούρης, λερός, βρωμιάρης, βορβορώδης, τιποτένιος, ουτιδανός

Μεταφράσεις: βρώμικος

αγγλικά
squalid, dirty, filthy, grimy


ισπανικά
mugriento, inmundo, cochino, ensuciar, desastrado, ...

γερμανικά
garstig, schmuddelig, schmierig, armselig, scheußlich, ...

γαλλικά
impur, infect, immonde, salissant, infâme, ...

ιταλικά
lordo, sporco, sudicio, brutto

πορτογαλικά
filtrar, sujo, ruim, enjoado, filtro, ...

ολλανδικά
onaangenaam, morsig, vies, vervelend, boosaardig, ...

ρωσικά
смуглый, запачканный, пачкать, обмарывать, заброшенный, ...

νορβηγικά
ubehagelig, skitten, ussel

σουηδικά
smutsig, snuskig

φινλανδικά
irstas, ruokoton, saastainen, ilkeä, rivo, ...

δανικά
snavset

τσεχικά
ušpinit, nečistý, umazat, necudný, bídný, ...

πολωνικά
niechlujny, zaświnić, smolić, usmarować, nieczysty, ...

ουγγρικά
alávaló, koszos, disznó, maszatos, nyomorúságos

τούρκικα
kirli, iğrenç, hapa, çirkin, pis

ουκρανικά
мерзенний, брудний, занепалий, вугіллям, радіоактивний, ...

αλβανικά
pis, i ndyrë, pista, të pista, ndyrë

βουλγαρικά
мръсен, мръсна, мръсни, мръсно, мръсната

λευκορωσικά
брудны

εσθονικά
tahmane, ropp, alatu, armetu, räpane

κροατικά
bijedan, zapušten, zamazan, prljav, posrnuo, ...

ισλανδικά
forugur, óhreinn

λατινικά
spurcus

λιθουανικά
purvinas, nešvarus, nešvarūs, nešvari, dirty

λετονικά
netīrs, netīrīgs

σλαβομακεδονικά
валкани, валкано, валкана, валкан, валканите

ρουμανικά
murdar

σλοβενικά
umazan

σλοβακικά
špinavý, nečistý

Τυχαίες λέξεις