Λέξη: γαργαλίζω
Συνώνυμα: γαργαλίζω
γαργαλάω
Μεταφράσεις: γαργαλίζω
γαργαλίζω στα αγγλικά
Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
tickle, titillate
γαργαλίζω στα ισπανικά
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
cosquillas, cosquilleo, las cosquillas, de cosquillas, tickle
γαργαλίζω στα γερμανικά
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
kitzele, kitzeln, Kitzel, tickle
γαργαλίζω στα γαλλικά
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
chatouiller, chatouillement, titillation, picoter, Tickle, chatouilles, chatouille
γαργαλίζω στα ιταλικά
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
solleticare, solletico, Tickle, di Tickle, di solletico
γαργαλίζω στα πορτογαλικά
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
bilheteira, cócegas, Tickle, comichão, das cócegas, cócega
γαργαλίζω στα ολλανδικά
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
kietelen, kriebelen, Tickle, kietelend gevoel, kriebel
γαργαλίζω στα ρωσικά
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
щекотка, щекотание, защекотать, щекотать, Tickle, першение, Тикл
γαργαλίζω στα νορβηγικά
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
kile, Tickle, kiler, fra Tickle, kiling
γαργαλίζω στα σουηδικά
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
kittla, Tickle, kittling, killa, kittlar
γαργαλίζω στα φινλανδικά
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
kutina, huvittaa, kutittaa, tickle, hivellä
γαργαλίζω στα δανικά
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
kildre, Tickle, af Tickle, kildren
γαργαλίζω στα τσεχικά
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
polechtat, pošimrat, šimrat, lechtání, lechtat, svrbět, šimrání, tickle, polechtání
γαργαλίζω στα πολωνικά
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
zabawiać, postrzępić, łaskotać, łechtać, załaskotać, łaskotanie, rozbawiać, połaskotać, łaskotki, połechtać
γαργαλίζω στα ουγγρικά
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
csiklandozás, Tickle, csiki, viszket, csiklandozó
γαργαλίζω στα τούρκικα
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
gıdıklamak, tickle, gıdı, gıdıklama, gıdıklanmak
γαργαλίζω στα ουκρανικά
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
полоскотати, лоскотати, залоскотати, щекотать
γαργαλίζω στα αλβανικά
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
gudulis, gudulisje, klikosje, klikos
γαργαλίζω στα βουλγαρικά
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
гъделичкане, гъдел, гъди, гъделичкам, се гъдел
γαργαλίζω στα λευκορωσικά
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
казытаць
γαργαλίζω στα εσθονικά
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
kõdi, kõditama, Huvittaa, Kutsuta, Hivellä, Kutittaa
γαργαλίζω στα κροατικά
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
golicati, golicanje, škakljanjem, svrbiti, svrbjeti
γαργαλίζω στα ισλανδικά
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
kitla
γαργαλίζω στα λιθουανικά
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
pakutenti, kutenimas, knietulys, katuliuoti, knietėti
γαργαλίζω στα λετονικά
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
kutināt, Tickle, kutēšana, kutēt, uzjautrināt
γαργαλίζω στα σλαβομακεδονικά
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
Tickle
γαργαλίζω στα ρουμανικά
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
stârni, Tickle, Tickle își, excita, gâdilătură
γαργαλίζω στα σλοβενικά
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
Skrbim, tickle, Golicati
γαργαλίζω στα σλοβακικά
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
šimrať, štekliť, šteklili, lechtat, šteklilo
Τυχαίες λέξεις