Λέξη: περνώ

Σχετικές λέξεις: περνώ

περνώ ρήμα, περνώ διαβαίνω σύνθετη λέξη, περνώ οικογενεια λεξεων, περνώ και μόνη μου καλά, περνώ την ευθύνη, περνώ κλίση, περνώ συνωνυμα, περνώ και μόνη μου καλά στίχοι, περνώ λεξικο, περνώ βικιλεξικο

Συνώνυμα: περνώ

περνώ, διαβαίνω, υπερβαίνω, επιψηφίζω, εξετάζω λεπτομερώς, διέρχομαι, βρίσκω, συναντώ τυχαία, διάγω, διασχίζω, διασταυρώνω, σταυρώνω, εμποδίζω, περνώ απέναντι, τα βγάζω πέρα

Μεταφράσεις: περνώ

αγγλικά
pass, surpass


ισπανικά
transcurrir, superar, sobrepasar, sobrepujar, pasar, ...

γερμανικά
verfehlen, verbringen, fließen, durchgang, übertreffen, ...

γαλλικά
voter, défilé, écouler, transmettre, venir, ...

ιταλικά
oltrepassare, passare, trascorrere, passaggio, lasciapassare, ...

πορτογαλικά
partido, vir, superar, extrapolar, passagem, ...

ολλανδικά
passeren, doorgeven, doorbrengen, overtroeven, langsgaan, ...

ρωσικά
циркулировать, истечь, проноситься, продергивать, путь, ...

νορβηγικά
overgå, passerseddel, passere

σουηδικά
förflyta, räcka

φινλανδικά
kulua, ylittää, kertoa, läpi, ohittaa, ...

δανικά
overgå

τσεχικά
převyšovat, odhlasovat, překonávat, přejet, projít, ...

πολωνικά
przejście, przerzucić, przesmyk, przebieg, przechodzić, ...

ουγγρικά
engedély, átfutás, levizsgázás, kézmozdulat, hengerüreg, ...

τούρκικα
olmak

ουκρανικά
перепустка, минути, обганяти, перевершувати, перетинати, ...

αλβανικά
kaloj, qafë

βουλγαρικά
проход

λευκορωσικά
адбыцца, прыходзiць, прыстань

εσθονικά
sööt

κροατικά
minuti, nadmašiti, premašiti, probaviti, dodavanje

ισλανδικά
framhjá, fara, ganga

λατινικά
obduco

λιθουανικά
pereiti, perduoti, praeiti, išlaikyti, pratraukite

λετονικά
notikt

σλαβομακεδονικά
помине, мине, поминат, да помине, поминуваат

ρουμανικά
trece

σλοβενικά
podání

σλοβακικά
prejsť, podrobiť

Στατιστικά δημοτικότητας: περνώ

Τυχαίες λέξεις