Λέξη: γλώσσα

Σχετικές λέξεις: γλώσσα

γλώσσα στο φούρνο, γλώσσα στ δημοτικού, γλώσσα c, γλώσσα γ δημοτικού, γλώσσα γ γυμν, γλώσσα δ δημοτικού, γλώσσα σώματος, γλώσσα β δημοτικού, γλώσσα του σώματος, γλώσσα ε δημοτικού, ελληνική γλώσσα, νεοελληνική γλώσσα, αρχαία ελληνική γλώσσα, γλώσσα α γυμνασίου, γλώσσα προγραμματισμού, γλώσσα α δημοτικού

Συνώνυμα: γλώσσα

γλώσσα, ψήσσα

Μεταφράσεις: γλώσσα

αγγλικά
tongue, lingo, language, sole


ισπανικά
exclusivo, discurso, solo, suela, solitario, ...

γερμανικά
besohlen, zunge, terminologie, kauderwelsch, fachjargon, ...

γαλλικά
parole, solitaire, langue, style, idiome, ...

ιταλικά
romito, solitario, singolo, suola, sogliola, ...

πορτογαλικά
língua, só, pista, discurso, sozinho, ...

ολλανδικά
tong, verlaten, taal, alleen, schoenzool, ...

ρωσικά
дышло, единственный, язык, подошва, шип, ...

νορβηγικά
såle, mål, tale, eneste, ensom, ...

σουηδικά
enda, enastående, sula, anföring, språk, ...

φινλανδικά
uloke, ammattikieli, jalkapohja, nimikkeistö, erakko, ...

δανικά
sprog, eneste, ensom, isoleret, alene, ...

τσεχικά
patka, mluva, sám, spodek, sloh, ...

πολωνικά
pióro, zelować, jeden, ozór, zelówka, ...

ουγγρικά
szakzsargon, nyelvjárás, szaknyelv, tájszólás, zsargon

τούρκικα
söylev, biricik, dil, ıssız, hitabe, ...

ουκρανικά
виключний, лангуст, попід, піді, промову, ...

αλβανικά
vetëm, gjuhë, shputë, putër

βουλγαρικά
жаргон, език, язък

λευκορωσικά
язык

εσθονικά
keel, ainus, keelsus, sisetald

κροατικά
govor, jezičnu, jezik, neženja, jezičak, ...

ισλανδικά
il, mál, tungumál

λατινικά
solus, lingua

λιθουανικά
kalba, vienišas, žargonas, liežuvis, terminologija, ...

λετονικά
žargons, runa, runāšana, valoda, vientulīgs, ...

σλαβομακεδονικά
јазикот, јазик

ρουμανικά
terminologie, solitar, talpă, limbaj, jargon, ...

σλοβενικά
jezik, žargon

σλοβακικά
jazyk, jediný, podrážka

Στατιστικά δημοτικότητας: γλώσσα

Τυχαίες λέξεις