Λέξη: εκκαθαρίζω

Συνώνυμα: εκκαθαρίζω

εκκαθαρίζω, διαλύω, εξοφλώ, διυλίζω, εξευγενίζω

Μεταφράσεις: εκκαθαρίζω

αγγλικά
liquidate, cleanse


ισπανικά
mondar, purificar, limpiar, depurar, liquidar

γερμανικά
loswerden, umbringen, liquidieren

γαλλικά
récurer, abattre, supprimer, astiquer, fourbir, ...

ιταλικά
purificare, liquidare, mondare, forbire, detergere

πορτογαλικά
limpar, matar, liquidar, líquido, saldar

ολλανδικά
afwikkelen, schoonmaken, opheffen, vereffenen, reinigen, ...

ρωσικά
раскассировать, дезинфицировать, очищать, погашать, избавиться, ...

νορβηγικά
likvidere, avvikle

σουηδικά
likvidera

φινλανδικά
kitkeä, perata

δανικά
forfine, Definer, raffinere, indsnævre, finpudse

τσεχικά
vymýt, likvidovat, leštit, zlikvidovat, zaplatit, ...

πολωνικά
oczyszczać, przemywać, obmywać, przeczyszczać, zaprzestawać, ...

ουγγρικά
finomítani, finomítsa, finomíthatja, finomítására, finomítását

τούρκικα
arıtmak, rafine, hassaslaştırmak, sınırlandırmak, sadelestirmek

ουκρανικά
чистити, очистити, очищати, рідина, рідкий, ...

αλβανικά
rafinoj, përsosin, përmirësojmë, të përsosin, të përmirësojmë

βουλγαρικά
прецизирате, прецизира, усъвършенства, стесняване, уточните

λευκορωσικά
удасканальваць, ўдасканальваць, удасканаліць

εσθονικά
loputama, puhastama, pesema

κροατικά
čistiti, likvidirati, srediti, obračunati, iščistiti

ισλανδικά
fága

λατινικά
abluo

λιθουανικά
tobulinti, patobulinti, patikslinti, ištobulinti, patikslina

λετονικά
rafinēt, bagātināt, precizēt, uzlabot, Šķirot

σλαβομακεδονικά
насочите, се насочите, да насочите, прилагодите, ја прилагодите

ρουμανικά
rafina, avansata, redefiniți, avansata din, a rafina

σλοβενικά
očistit

σλοβακικά
vylepšiť, zlepšiť, zlepšiť sa, zlepšenie, tak zlepšiť

Τυχαίες λέξεις