Λέξη: καινούριος

Σχετικές λέξεις: καινούριος

καινούριος πλανήτης, καινούριος ή καινούργιος, καινούριος αγρότης, καινούριοσ χρόνοσ πάλι ξημερώνει, καινούριος ανασχηματισμός κυβέρνησης, καινούργιος συνώνυμα, καινούριος καινούργιος, καινούριος ιός

Μεταφράσεις: καινούριος

αγγλικά
new


ισπανικά
nuevo, reciente

γερμανικά
neuen, neu, neuer, neues, neue

γαλλικά
récent, frais, nouveau, neuf

ιταλικά
nuovo, moderno, novello

πορτογαλικά
novo, embora, contudo

ολλανδικά
nieuw, opkomend

ρωσικά
непривыкший, молодой, свежий, иной, новый, ...

νορβηγικά
fersk, ny

σουηδικά
ny

φινλανδικά
uusi, uutuus

δανικά
ny

τσεχικά
čerstvý, nedávný, mladý, nový

πολωνικά
noworoczny, nowy, świeży, nowatorski, inny

ουγγρικά
újonc, elsőéves, gólya, freshman, legrosszabbul

τούρκικα
yeni, taze

ουκρανικά
новітній, замолодий, свіжий, молодою, незвичний

αλβανικά
ri

βουλγαρικά
новак, първокурсник, първокурсничка, първокурсници, първокурсниците

λευκορωσικά
новы, дзевяць

εσθονικά
uus

κροατικά
novi, mlad, nove, nov, novo, ...

ισλανδικά
ferskur

λατινικά
novus

λιθουανικά
pirmakursis, naujokas, Naujas mokinys, naujokė

λετονικά
jauns

σλαβομακεδονικά
Новак, бруцош, бруцоши

ρουμανικά
nou

σλοβενικά
nov

σλοβακικά
čerstvý, nový

Τυχαίες λέξεις