Λέξη: εμπνέω

Σχετικές λέξεις: εμπνέω

εμπνέω εμπνέεισ, εμμένω λεξικό, εμπνέω λεξικό, εμμένω κλίση, εμπνέω αγγλικά, εμπνέω παρατατικός, εμπνέω αόριστος, εμπνέω συνώνυμα, εμπνέω στα αγγλικά, εμπνέω κλίση

Συνώνυμα: εμπνέω

εμπνέω, εγχέω, ενσταλάζω

Μεταφράσεις: εμπνέω

αγγλικά
inspire


ισπανικά
inspirar

γερμανικά
inspirieren

γαλλικά
inhaler, inspirent, humer, exciter, respirer, ...

ιταλικά
spirare, ispirare, inspirare, suscitare

πορτογαλικά
inspirar, inspiração

ολλανδικά
bezielen, inspireren, inblazen, inboezemen

ρωσικά
одухотворять, вдохновлять, воодушевить, вдохновить, стимулировать, ...

νορβηγικά
inspirere

σουηδικά
ingjuta, infundera, ingjuter, infuse, infusera

φινλανδικά
kannustaa, inspiroida, innoittaa

δανικά
indgyde, tilføre, infusion, infusion af, gennemtrænge

τσεχικά
inspirovat, podnítit, nadechnout, podněcovat, vnuknout, ...

πολωνικά
powdychać, rozmiłować, zainspirować, wdychać, podsunąć, ...

ουγγρικά
betölt, átjárja, beoltani, infúziót, forrázására

τούρκικα
demlemek, aşılamak, demlenmeye, demlemeye, infuse

ουκρανικά
респіратор, натхненник, інжектор

αλβανικά
frymëzoj

βουλγαρικά
кисна, преливане на, се влеят, инфузира, се инфузира

λευκορωσικά
настойваць

εσθονικά
sisendama, inspireerima

κροατικά
potaknuti, nadahnuti

ισλανδικά
unnblása

λιθουανικά
įlieti, įkvėpti, infuzuojamas, sužadinti, įteigti

λετονικά
uzliet, ievilkties, iedvest, infūzijas veidā

σλαβομακεδονικά
кисна, инспирирање, да кисна, инспирирање на, преливам

ρουμανικά
infuza, infuzeze, insufla, infuzat, se infuzeze

σλοβενικά
vzbudit

σλοβακικά
naliať, naliat, nalejte

Τυχαίες λέξεις