Λέξη: επίτευγμα

Σχετικές λέξεις: επίτευγμα

πολιτιστικό επίτευγμα, επίτευγμα συνώνυμα, επίτευγμα λεξικό, επίτευγμα ορισμός, επίτευγμα ετυμολογία, τεχνολογικό επίτευγμα, επίτευγμα cyprus

Συνώνυμα: επίτευγμα

επίτευξη, επίτευγμα, προσόν

Μεταφράσεις: επίτευγμα

αγγλικά
pursuit


ισπανικά
caza, persecución

γερμανικά
verfolgung, verfolgungsjagd, jagd, arbeiten

γαλλικά
poursuite, chasse, quête, recherche, passe-temps, ...

ιταλικά
inseguimento

πορτογαλικά
seguir, perseguição, acossar, perseguir

ολλανδικά
vervolging, achtervolging

ρωσικά
преследование, поиск, старание, погоня, дело, ...

νορβηγικά
forfølgelse

σουηδικά
jakt

φινλανδικά
tavoittelu, jahti, ajanviete, ajojahti, toiminta, ...

δανικά
forfølgelse, jagt

τσεχικά
stíhání, pronásledování

πολωνικά
dążenie, pogoń, gonitwa, pościg, ściganie

ουγγρικά
elérését, végzettség, eléréséhez, elérése, megvalósítását

τούρκικα
takip

ουκρανικά
переслідування

αλβανικά
arritje, arritja, arritjen, Niveli, Arritjet

βουλγαρικά
постигане, достигане, постижение, постижения, постигането

λευκορωσικά
дасягненне, дасягненьне

εσθονικά
jälitamine, harrastus

κροατικά
zanimanje, potjera, provođenje, lov, potraga

ισλανδικά
eftirför, elting

λατινικά
consectatio

λιθουανικά
hobis, pomėgis, medžioklė

λετονικά
vaļasprieks, pakaļdzīšanās, hobijs, vajāšana

σλαβομακεδονικά
постигнувањето, постигнување, постигнувања, остварување, остварувањето

ρουμανικά
distracţie, hobby

σλοβενικά
Dosežena, doseganje, doseganju, dosego, uresničitev

σλοβακικά
dosiahnutie, dosiahnutiu, dosiahnutia, dosiahnuť, dosiahnutí

Τυχαίες λέξεις