Λέξη: επιτόκιο

Σχετικές λέξεις: επιτόκιο

επιτόκιο euribor, επιτόκιο εγεδ, επιτόκιο καταθέσεων, επιτόκιο εκτ, επιτόκιο δανεισμού, επιτόκιο καταθέσεων πειραιώς, επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας (mro), επιτόκιο υπερημερίας 2013, επιτόκιο προεξόφλησης, επιτόκιο νέα σμύρνη

Συνώνυμα: επιτόκιο

επιτόκιο, ανατοκισμός, ανατοκιζόμενο επιτόκιο

Μεταφράσεις: επιτόκιο

αγγλικά
interest


ισπανικά
rédito, interés, interesar

γερμανικά
zins, interesse, zeitvertreib, wichtigkeit, interessieren, ...

γαλλικά
intéressez, distraction, passe-temps, intéressons, profit, ...

ιταλικά
interessamento, frutto, interesse, interessare

πορτογαλικά
intercâmbio, renda, juros, interessar, juro, ...

ολλανδικά
belang, voordeel, belangstelling, interesseren, interest, ...

ρωσικά
заинтересовывать, заинтересовать, важность, интересовать, заинтересованность, ...

νορβηγικά
rente, interesse

σουηδικά
ränta, angå, intresse

φινλανδικά
harrastus, intressi, pyyde, pyrintö, korko, ...

δανικά
rente, interesse

τσεχικά
obchod, zajímat, prospěch, zainteresovanost, úrok, ...

πολωνικά
zainteresowanie, odsetki, ciekawość, interes, zainteresować, ...

ουγγρικά
kamat, érdek

τούρκικα
ilgi, faiz

ουκρανικά
заборони

αλβανικά
interes

βουλγαρικά
лихва

λευκορωσικά
працэнтная, адсоткавая

εσθονικά
huvi, intress, huvitatus

κροατικά
kamata, interesa, korist, interes, interesnih

ισλανδικά
hugða, áhugi, hagsmunir, renta

λατινικά
causa

λιθουανικά
palūkanos

λετονικά
interese, aizraušanās

σλαβομακεδονικά
каматна стапка, каматната стапка, на каматните стапки, каматните стапки, каматни стапки

ρουμανικά
distracţie, interes, interesa

σλοβενικά
zanimanje, úrok

σλοβακικά
zisk, zaujímať, úroky, úrok

Στατιστικά δημοτικότητας: επιτόκιο

Τυχαίες λέξεις