Λέξη: κερδίζω

Σχετικές λέξεις: κερδίζω

κερδίζω χρόνο στα αγγλικά, κερδίζω τισ εντυπώσεισ, κερδίζω χρόνο, κερδίζω χρήματα, κερδίζω χρόνο μετάφραση, κερδίζω έδαφος συνώνυμα, κερδίζω συνώνυμα, κερδίζω έδαφοσ αγγλικά, κερδίζω έδαφος, κερδίζω στα αρχαία

Συνώνυμα: κερδίζω

παίρνω, αποκτώ, λαμβάνω, προμηθεύομαι, γίνομαι, επικρατώ, νικώ, κενώνω, επιτυγχάνω, ωφελώ, ωφελούμαι, νικώ στα σημεία, απάγω

Μεταφράσεις: κερδίζω

κερδίζω στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
earn, win, gain, outpoint, profit

κερδίζω στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
merecer, ganar, vencer, valer, victoria, triunfo, Win, la victoria

κερδίζω στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
verdienen, gewinnen, siegen, erlangen, Sieg, Gewinn, Win

κερδίζω στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
gagnez, victoire, emporter, apporter, triomphe, gagnent, amener, conquérir, gagnons, remporter, gagner, gain, acquérir, lot, vaincre, procurer, Win, gagnant, de victoires

κερδίζω στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
guadagnare, vincita, vincere, vittoria, Win, successo

κερδίζω στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
vitória, auferir, merecer, salgueiro, lucrar, cedo, ganhar, triunfar, vencer, Win, Vença

κερδίζω στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
winnen, zegevieren, behalen, overwinning, verdienen, Win, winst, wint

κερδίζω στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
заработать, нажить, прирабатывать, приработать, превозмогать, выиграть, выть, побеждать, зарабатывать, отвоевывать, победа, прославиться, одерживать, победить, обыгрывать, стяжать, Win, Выиграйте, выигрыш, Выиграйте приз

κερδίζω στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
vinne, fortjene, innbringe, oppnå, seire, seier, vinn, win

κερδίζω στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
förtjäna, vinna, segra, seger, win, vinst

κερδίζω στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
tienata, ansaita, päihittää, saavuttaa, voitto, päästä, voittaa, Win, Voita

κερδίζω στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
opnå, fortjene, få, vinde, win, sejr, Vind, gevinst

κερδίζω στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
vítězit, vydělávat, dosáhnout, zvítězit, vítězství, nabýt, vyhrát, získat, dobýt, vynášet, přinést, výhra, vynést, win, výhru

κερδίζω στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
wygrywać, wygrać, zarobić, dosięgać, wygrywanie, zwyciężyć, wygrana, zaskarbić, zwycięstwo, zasługiwać, zyskać, zyskiwać, zasłużyć, ograć, utrzymywać, wygranie, Wygraj parę razy, win

κερδίζω στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
győzelem, Win, Nyerj, Nyerj minél, Megnyert

κερδίζω στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
kazanmak, Win, kazan, kazanan, kazanç

κερδίζω στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
уславитися, заробіть, заслужити, завуалювати, заплющувати, прославитися, закривати, складка, перемога, перемогу

κερδίζω στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
fitoj, fitore, fitojë, të fitojë, fitojë të, fitore të

κερδίζω στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
печалба, печеля, победа, Win, Победител

κερδίζω στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
перамога

κερδίζω στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
teenima, pearätik, võit, Võida, Win, võita, võidu

κερδίζω στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
ostvariti, postići, pobijediti, steći, zaraditi, zaslužiti, pobjeda, Win, Osvoji, Osvojite

κερδίζω στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
afla, vinna, Win, Vinndu, sigur, vinna til

κερδίζω στα λατινικά

Λεξικό:
λατινικά
Μεταφράσεις:
lucror

κερδίζω στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
įgyti, pasiekti, uždirbti, laimėti, laimėjimas, Laimėk, Win, Laimėkite

κερδίζω στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
laimēt, iegūt, uzvara, laimests, uzvarēt, win, abpusēji

κερδίζω στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
победа, победата, победи, победа за, win

κερδίζω στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
victorie, Win, castiga premiul, câștiga, câștig

κερδίζω στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
zmaga, zmagati, win, Zadenite, zmago, zmagala

κερδίζω στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
zaslúžiť, víťazstvo, víťazstvu, víťazstva, víťazstve, víťazstiev
Τυχαίες λέξεις