Λέξη: ισορροπία

Σχετικές λέξεις: ισορροπία

ισορροπία λευκού, ισορροπία φάσεων, ισορροπία nash, ισορροπία στερεού σώματος, ισορροπία συνθετικά, ισορροπία του nash, ισορροπία νας, ισορροπία στην οικονομία σημαίνει, ισορροπία οικοσυστήματος, ισορροπία της φύσης

Συνώνυμα: ισορροπία

ισορροπία, υπόλοιπο, ισοζύγιο, κλείσιμο λογαριασμών, ισολογισμός, πλαστίγκα, αντιστάθμισμα, παράστημα, αξιοπρέπεια, ευστάθεια

Μεταφράσεις: ισορροπία

αγγλικά
balance, equilibrium


ισπανικά
báscula, balancear, equilibrio, equilibrar, peso

γερμανικά
gegengewicht, ausgewogenheit, symmetrie, ausgleich, gleichgewicht, ...

γαλλικά
contrepoids, reliquat, balancent, affleurer, équilibrons, ...

ιταλικά
pareggio, equilibrio, equilibrare, bilancio, saldo, ...

πορτογαλικά
a, abalançar, balancear, equilíbrio, contrapeso, ...

ολλανδικά
saldo, evenwicht, weegschaal, symmetrie, evenwichtstoestand, ...

ρωσικά
уравновесить, противовес, уравновешивать, равновесие, баланс, ...

νορβηγικά
likevekt, balanse

σουηδικά
balans, våg

φινλανδικά
tasapaino, kate, balanssi, vaaka, tase, ...

δανικά
balance

τσεχικά
vážit, vážení, bilance, vyváženost, váha, ...

πολωνικά
statyka, saldo, balans, równoważyć, balansować, ...

ουγγρικά
mérleg, patikamérleg, meggondoltság

τούρκικα
simetri, denge, bakışım

ουκρανικά
обдумати, урівноваженість, рівновага, маятник, збалансованість, ...

αλβανικά
ekuilibër, bilanc, bilanci, bilancit, balanca

βουλγαρικά
равновесие

λευκορωσικά
астача

εσθονικά
tasakaal, tasakaalustama, jääk

κροατικά
ravnotežna, ravnoteža, uravnoteženost, uravnotežiti, usporediti, ...

ισλανδικά
jafnvægi, Staða, jöfnuður, staðan, afkoma

λιθουανικά
pusiausvyra, svarstyklės, likutis

λετονικά
līdzsvars, atlikums, pārpalikums

σλαβομακεδονικά
рамнотежа, биланс, рамнотежата, билансот, баланс

ρουμανικά
echilibru, simetrie, cântar, rest

σλοβενικά
bilance

σλοβακικά
rovnováha

Στατιστικά δημοτικότητας: ισορροπία

Τυχαίες λέξεις