Λέξη: καθοδηγώ

Σχετικές λέξεις: καθοδηγώ

καθοδηγώ ετυμολογία, καθοδηγώ συνώνυμα, καθοδηγώ συνώνυμο, καθοδηγώ english

Συνώνυμα: καθοδηγώ

οδηγώ, καθοδηγώ, κατευθύνω, άγω, διευθύνω, φέρω, διεξάγω

Μεταφράσεις: καθοδηγώ

αγγλικά
direct, guide, steer, goad


ισπανικά
mandar, orientar, encaminar, guía, dirigir, ...

γερμανικά
führung, anweisen, direkt, steuern, ochse, ...

γαλλικά
décréter, gouverner, dirigez, enjoindre, patron, ...

ιταλικά
guida, governare, condurre, pungolo, destro, ...

πορτογαλικά
chapa, boi, conduzir, encaminhar, molde, ...

ολλανδικά
besturen, onmiddellijk, recht, voeren, geleiden, ...

ρωσικά
непосредственный, направляющая, бодец, рулевой, вожак, ...

νορβηγικά
dirigere, umiddelbar, rett, direkte, styre, ...

σουηδικά
rakt, rådgivare, guide, förvalta, hänvisa, ...

φινλανδικά
säädellä, käsikirja, tähdätä, kiritys, määrätä, ...

δανικά
direkte, lede, vejledning, lige, føre

τσεχικά
řídit, poslat, podněcovat, kormidlovat, namířit, ...

πολωνικά
kierować, prowadnica, sterowanie, prosty, sterować, ...

ουγγρικά
példamutatás, útmutató, útikönyv

τούρκικα
kılavuz, öküz, rehber, dürtmek, yönetmek, ...

ουκρανικά
посібник, довідник, направляти, орієнтир, керувати, ...

αλβανικά
drejtë, drejtoj, udhëheq, ka

βουλγαρικά
ръководство, водя, водач, гид, ръководи

λευκορωσικά
вол

εσθονικά
ergutama, otse, kuupmeeter, juhtima, roolima, ...

κροατικά
direktno, vodiča, vodič, rukovoditi, vođa, ...

ισλανδικά
beina, beinn

λατινικά
directus, moderor, rego

λιθουανικά
vesti, vadovas, tiesiogiai, vadovauti, gidas, ...

λετονικά
pavadonis, vadīt, tieši, rokasgrāmata, atklāts, ...

σλαβομακεδονικά
водич, води, водење на, водење, водат

ρουμανικά
bou, călăuză, direct, ghida, ghid

σλοβενικά
neposreden

σλοβακικά
bodec

Τυχαίες λέξεις