Λέξη: καταστροφικός

Σχετικές λέξεις: καταστροφικός

καταστροφικόσ συνώνυμο

Συνώνυμα: καταστροφικός

καταστροφικός, καταστρεπτικός

Μεταφράσεις: καταστροφικός

αγγλικά
destructive, catastrophic, disastrous


ισπανικά
ruinoso, siniestro, catastrófico, destructor, destructivo, ...

γερμανικά
destruktiv, zerstörend, katastrophal, schicksalhaft

γαλλικά
malheureux, pernicieux, calamiteux, ruineux, funeste, ...

ιταλικά
catastrofico, catastrofica, catastrofici, catastrofiche, catastrofe

πορτογαλικά
catastrófico

ολλανδικά
rampzalig, catastrofaal

ρωσικά
гиблый, бедственный, роковой, разрушительный, грозный, ...

νορβηγικά
katastrofal

σουηδικά
katastrofal, katastrofala, katastrofalt, katastrof

φινλανδικά
mullistava, katastrofaalinen, tuhoisa, kohtalokas, turmiollinen

δανικά
katastrofale, katastrofal, katastrofalt, katastrofe, katastrofisk

τσεχικά
ničivý, bořivý, zhoubný, katastrofální, neblahý, ...

πολωνικά
niszczycielski, katastroficzny, niszczący, nieszczęsny, zabójczy, ...

ουγγρικά
katasztrofális, romboló

τούρκικα
felaket, katastrofik, yıkıcı, feci, bir felaket

ουκρανικά
катастрофічний, руйнівний, згубний, погибельний

αλβανικά
katastrofik, katastrofike, katastrofale, katastrofë, katastrofal

βουλγαρικά
катастрофален, катастрофални, катастрофално, катастрофална, катастрофалното

λευκορωσικά
катастрафічны, катастрафічнага, катастрафічную

εσθονικά
purustav, destruktiivne, lõhkuv, hävitav, katastroofiline

κροατικά
poguban, destruktivan, rušilački, destruktivno

ισλανδικά
skelfilegar, hörmuleg, stórfellds, skelfileg

λατινικά
perniciosus

λιθουανικά
katastrofiškas, katastrofiška, katastrofiški, katastrofiškų, katastrofiškos

λετονικά
katastrofāls, katastrofālas, katastrofāla, katastrofālu, katastrofālas sekas

σλαβομακεδονικά
катастрофален, катастрофални, катастрофалните, катастрофална, катастрофалниот

ρουμανικά
catastrofic, catastrofale, catastrofal, catastrofală, catastrofice

σλοβενικά
destruktivní, katastrofální

σλοβακικά
katastrofický, ničivý

Τυχαίες λέξεις