Λέξη: κατορθώνω

Σχετικές λέξεις: κατορθώνω

κατευθύνω ετυμολογία, κατορθώνω συνώνυμα, κατευθύνω συνώνυμο

Συνώνυμα: κατορθώνω

προΐσταμαι, ελέγχω, διευθύνω, διαχειρίζομαι, κατορθώνω, χειρίζομαι, επιτελώ, επιτυχαίνω

Μεταφράσεις: κατορθώνω

αγγλικά
attain, achieve


ισπανικά
consumar, realizar, conseguir, alcanzar, obtener, ...

γερμανικά
schaffen, erzielen, eintreffen, erreichen

γαλλικά
obtenir, confectionner, atteins, accomplir, consommer, ...

ιταλικά
ottenere, pervenire, raggiungere, realizzare, conseguire, ...

πορτογαλικά
alcance, adquirir, atingir, arranjar, alcançar, ...

ολλανδικά
verkrijgen, inhalen, bereiken, doorvoeren, behalen, ...

ρωσικά
достигать, добиваться, добиться, достичь, получать, ...

νορβηγικά
nå, oppnå

σουηδικά
vinna, anlända, nå, utföra, förvärva, ...

φινλανδικά
saapua, ennättää, ulottua, päästä, löytää, ...

δανικά

τσεχικά
provést, dostihnout, dosahovat, vykonat, dosáhnout, ...

πολωνικά
wypełniać, docierać, dojść, spełniać, przybywać, ...

ουγγρικά
áttesz, tegye át, ráhúzzuk, átrak, kerül át

τούρκικα
ulaşmak, yetişmek, uzanmak, uzatmak, erişmek

ουκρανικά
досягнути, домагатися, досягніть, досягати, досягти, ...

αλβανικά
vënë, të vënë, vihet, vendosur, vuri

βουλγαρικά
пробутвам, забавям, отлагам, поставен върху, прехвърлена през краищата

λευκορωσικά
прыходзiць, прыстань, адбыцца

εσθονικά
saavutama

κροατικά
postići, dobiti, ostvarive, dostići, ostvariv, ...

ισλανδικά
setja yfir, að setja yfir

λιθουανικά
pasiekti

λετονικά
veikt, gūt, sasniegt, iegūt

σλαβομακεδονικά
стави над, се стави над, стават над, собереме уште повеќе, става на

ρουμανικά
pune, pus, încearcă, puse, a pus

σλοβενικά
dal, čaka, mu, poda, dajo

σλοβακικά
preložiť, prekladať, premietajú do, premietajú

Τυχαίες λέξεις