Λέξη: κοινότητα

Σχετικές λέξεις: κοινότητα

κοινότητα συνώνυμα, κοινότητα σαμαρίνας, κοινότητα των άμις, κοινότητα αφγανών, κοινότητα λογιστών, κοινότητα πικερμίου, κοινότητα ελεύθερου λογισμικού εμπ, κοινότητα σαρωνίδας, κοινότητα πελίτι, κοινότητα παλαιάς φώκαιας, δημοτική κοινότητα

Συνώνυμα: κοινότητα

κοινότητα, κοινωνία, κοινότης, παροικία, ταυτότητα, δήμος, κοινόβιο, επικοινωνία, περιφέρεια πόλεως

Μεταφράσεις: κοινότητα

αγγλικά
community


ισπανικά
municipio, comunidad

γερμανικά
gemeinsamkeit, beruf, gemeinde, gemeinschaft, metier

γαλλικά
communauté, municipalité, public, société, commune, ...

ιταλικά
comunità

πορτογαλικά
comunidade, profissão

ολλανδικά
beroep, bedrijf, broodwinning, gemeente, vak, ...

ρωσικά
масса, гражданство, общество, совместность, община, ...

νορβηγικά
fellesskapet, samfunnet, samfunn, fellesskap

σουηδικά
samhälle

φινλανδικά
kunta, ammatti

δανικά
samfund

τσεχικά
komunita, veřejnost, společnost, shoda, společenství, ...

πολωνικά
wspólnota, gmina, społeczność, zbiorowość, społeczeństwo, ...

ουγγρικά
közösség

τούρκικα
meslek

ουκρανικά
община, округа, співтовариство, поєднання, загал

αλβανικά
bashkësi

βουλγαρικά
община

λευκορωσικά
супольнасць, супольнасьць, суполка, супольніцтва

εσθονικά
ühisus, ühiskond, kogukond

κροατικά
komuna, društvu, zajednicom, zajednicu, zajednici

ισλανδικά
samfélag, Community, samfélagið, samfélaginu, samfélagsins

λιθουανικά
bendrija, kompanija

λετονικά
kopiena, sabiedrība, kopienas, sabiedrības, sabiedrībai

σλαβομακεδονικά
заедница, заедницата, на заедницата, во заедницата

ρουμανικά
comunitate, comunității, comunitatea, comunitar, comunitare

σλοβενικά
skupnost, skupnosti, Skupnosti za

σλοβακικά
obec

Στατιστικά δημοτικότητας: κοινότητα

Τυχαίες λέξεις