Λέξη: κόμης

Σχετικές λέξεις: κόμης

κόμης χ, κόμης αλμαβίβα, κόμης 2004, κόμης μοντεχρήστος ταινια, κόμης 17ν, κόμης μοντε κριστο, κόμης δράκουλας, κόμης μπυραρία, κόμης του μόντε κρίστο, κόμης μοντεχρήστος

Συνώνυμα: κόμης

κόμης, αρίθμηση, κεφάλαιο κατηγορίας, λογαριασμός, μέτρημα

Μεταφράσεις: κόμης

αγγλικά
count


ισπανικά
contar, calcular, numerar

γερμανικά
anklagepunkt, berechnung, graf, anzahl, betrachten

γαλλικά
signifier, comte, supputer, compte, addition, ...

ιταλικά
calcolo, ritenere, considerare, conte

πορτογαλικά
considerar, contagem, contar, conde

ολλανδικά
meetellen, overwegen, graaf

ρωσικά
засчитывать, рассчитать, расчет, отсчитывать, посчитать, ...

νορβηγικά
betrakte, greve

σουηδικά
räkna, greve

φινλανδικά
painaa, lukumäärä, laskea, kreivi

δανικά
greve, beregne, jarl

τσεχικά
počet, vykalkulovat, počítání, znamenat, odpočítat, ...

πολωνικά
uważać, zliczać, hrabia, oblicz, naliczyć, ...

ουγγρικά
vádpont, megszámlálás, számolás, számlálás, végösszeg

τούρκικα
kont

ουκρανικά
зчитати, нараховувати, рахівниці, вважати, графе

αλβανικά
kont, earl, Konti, Erl

βουλγαρικά
смет

λευκορωσικά
граф, графе

εσθονικά
lugema, arvestama, üldarv

κροατικά
zbrojiti, cijeniti, račun, računati

ισλανδικά
telja

λιθουανικά
grafas, suskaičiuoti

λετονικά
grāfs

σλαβομακεδονικά
Ерл, Earl, Ерлот, грофот, Еарл

ρουμανικά
conte

σλοβενικά
šteti, grof

σλοβακικά
gróf, Hrabě, knieža, grófa, Earl

Στατιστικά δημοτικότητας: κόμης

Τυχαίες λέξεις