Λέξη: μένω

Σχετικές λέξεις: μένω

μένω demy, μένω ενεός, μένω δένω πλένω, μένω κι επιμένω - γιάννης πλούταρχος, μένω σε κάποια γειτονιά, μένω σε κάποια γειτονιά στίχοι, μένω αρχικοι χρονοι, μένω demy stixoi, μένω εκτός στίχοι, μένω εκτός

Συνώνυμα: μένω

διαμένω, σταματώ, στέκομαι, μένω, αναβάλλω, αντέχω, ζω, κατοικώ, παραμένω πιστός, εμμένω, περιμένω, αναμένω, διατηρώ, συντηρούμαι, κρατώ, φυλάσσω, συντηρώ, απομένω, διατελώ, υπολείπομαι, σταθμεύω, παύω

Μεταφράσεις: μένω

αγγλικά
stay, live


ισπανικά
residir, permanecer, vivir, quedar, subsistir, ...

γερμανικά
lebendig, wohnen, aufenthalt, aktive, halten, ...

γαλλικά
adosser, vivez, résider, séjour, animation, ...

ιταλικά
vivo, vivere, sopravvivere, abitare, rimanere, ...

πορτογαλικά
estada, permanecer, escora, vivo, ficar, ...

ολλανδικά
logeren, resideren, resteren, standhouden, wonen, ...

ρωσικά
отживать, остаться, проточный, вылежать, связывать, ...

νορβηγικά
levende, stanse, bo, opphold, leve, ...

σουηδικά
livlig, förbli, stanna, leva, vistas, ...

φινλανδικά
asustella, ilmielävä, jäädä, asua, tauko, ...

δανικά
ophold, bo, blive, forblive

τσεχικά
podepřít, odložit, pobýt, meškat, žít, ...

πολωνικά
przeżyć, żyć, wstrzymywać, zamieszkać, tężnik, ...

ουγγρικά
tartóztatás

τούρκικα
kalmak, oturmak, yaşamak, canlı, diri, ...

ουκρανικά
годний, залишатися, придатний, прищепитися, зупинка, ...

αλβανικά
qëndroj, rri, banoj, rroj, jetoj

βουλγαρικά
престой, пребиваване, стоя, остане, останат

λευκορωσικά
заставацца

εσθονικά
viibimine, jääma, pautima

κροατικά
živi, živ, bavljenje, stanovati, boraviti, ...

ισλανδικά
lifa, búa, dveljast, dvöl

λατινικά
subsisto, maneo

λιθουανικά
gyventi, gyvas, likti, būti

λετονικά
dzīvot, pietikt, eksistēt, uzturēties, valkāties, ...

σλαβομακεδονικά
престој, остане, останете, останат, се држат

ρουμανικά
viu, locui

σλοβενικά
živ, žít, ostati, živeti, stanovati

σλοβακικά
zastavení, živý, bývať, žiť, žít, ...

Στατιστικά δημοτικότητας: μένω

Τυχαίες λέξεις