Λέξη: μιλώ

Σχετικές λέξεις: μιλώ

μιλώ με τα βουνά, μιλώ για το πανεπιστήμιό μου, μιλώ για σένα, μιλώ σου με τα μάτια μου κι αυτό νομίζω φτάνει, μιλώ σου με τα μάτια μου, μιλώ σου με τα μάτια μου κι αυτό νομίζω φτάνει να καταλάβεις η καρδιά σε ποια μεριά σε βάνει, μιλώ και γράφω ελληνικά, μιλώ για σένα κανά, μιλώ μιλώ στίχοι, μιλώ για τα παιδιά μου στίχοι

Συνώνυμα: μιλώ

ομιλώ, κουβεντιάζω, μιλώ, συνομιλώ

Μεταφράσεις: μιλώ

αγγλικά
speak, talk


ισπανικά
trapalear, coloquio, decir, platicar, conferencia, ...

γερμανικά
knapp, gerede, vortrag, vortragen, gespräch, ...

γαλλικά
apostropher, bruit, causer, parlent, dialoguer, ...

ιταλικά
discorso, discorrere, colloquio, favellare, dire, ...

πορτογαλικά
conversa, conto, pardal, falar, aula, ...

ολλανδικά
praten, lezing, spreekbeurt, voordracht, conversatie, ...

ρωσικά
трёп, высказать, переговаривать, лекция, говорящий, ...

νορβηγικά
tale, foredrag, snakke, samtale

σουηδικά
föreläsning, säga, prat, samtala, tala

φινλανδικά
puhelu, haastaa, todeta, sanoa, puhua, ...

δανικά
tale

τσεχικά
přednáška, promluva, promluvit, vyjadřovat, vyprávět, ...

πολωνικά
komunikować, wygłaszać, odezwać, mówić, rozmawiać, ...

ουγγρικά
beszédtárgy, beszédtéma, társalgás, csevegés

τούρκικα
konferans, konuşma, görüşme, sohbet

ουκρανικά
казати, порозмовляти, відзиватися, говоріть, балакати, ...

αλβανικά
bisedë, bisedoj, flas

βουλγαρικά
беседа, говоря, разговор

λευκορωσικά
адносна, а, гаварыць, аб, казаць

εσθονικά
rääkima, vestlema, kõne

κροατικά
brbljati, pričati, razgovarati, govoriti, govor

ισλανδικά
tala

λατινικά
for, loquor, sermo, dico, fama

λιθουανικά
kalbėti

λετονικά
runāt

σλαβομακεδονικά
зборува, зборуваат, зборувам, се зборува, зборуваме

ρουμανικά
vorbi

σλοβενικά
govoriti

σλοβακικά
hovoriť, hovor

Στατιστικά δημοτικότητας: μιλώ

Τυχαίες λέξεις