Λέξη: στουπί

Σχετικές λέξεις: στουπί

στουπί στο μεθύσι

Συνώνυμα: στουπί

ρυμούλκηση, στουπί, ρυμούλκια, στουπείο, ξαντό, τίλμα, χορτάρι, στυππείο, βάτα, παραγέμισμα, βάτα ενδυμάτων, στούπωμα

Μεταφράσεις: στουπί

αγγλικά
tow, wad


ισπανικά
remolcar, arrastrar, fajo

γερμανικά
bausch, wattieren, ziehen, werg, menge, ...

γαλλικά
trousseau, haler, traîner, remorquez, bourrer, ...

ιταλικά
rimorchiare, trainare, trascinare, rimorchio

πορτογαλικά
turista, rebocar

ολλανδικά
overvloed, trekken, slepen

ρωσικά
бечева, буксировка, кудель, пыж, тампон, ...

νορβηγικά
taue, slepe

σουηδικά
bogsera

φινλανδικά
nippu, hinata, rutistaa, tukku, pallo, ...

δανικά
blår, tow, slæb, trække, slæbe

τσεχικά
otýpka, vycpat, svazek, ucpat, vléci, ...

πολωνικά
watolina, zatykać, przybitka, pakuły, wypychać, ...

ουγγρικά
vontatmány, kóc, szösz, rongycsomó, uszály, ...

τούρκικα
çekmek

ουκρανικά
відбуксирувати, буксирувати, тягти, буксирування

αλβανικά
tërheqje, rimorkim, rimorkiator, kavo rimorkimi, makinë e rimorkuar

βουλγαρικά
теглене, влачене, кълчища, тегли, дреб

λευκορωσικά
буксіроўка, буксіроўку, буксіроўкі

εσθονικά
pukser, takk, vedama

κροατικά
začepiti, vučni, kudjelja, tegliti, vući, ...

ισλανδικά
draga, tog, hampruddi

λιθουανικά
pakulos, tempimo, gniūžtės, vilkimo

λετονικά
pakulas, sakabes, piekabes, atsukas, grīstes

σλαβομακεδονικά
шлеп, забавува, за влечење, влечење, повлечи

ρουμανικά
remorca

σλοβενικά
vléci, vlek, tampon

σλοβακικά
vlek, zátka

Τυχαίες λέξεις