Λέξη: ξεναγός

Σχετικές λέξεις: ξεναγός

ξεναγός επάγγελμα, ξεναγόσ μετάφραση, ξεναγός θεσσαλονίκη, ξεναγός ταινία, ξεναγός θεσσαλονίκης, ξεναγός αγγλικά, ξεναγός τρικάλων, ξεναγός βεργίνα, ξεναγός για το μουσείο ακρόπολης, ξεναγός για μουσείο ακρόπολης

Συνώνυμα: ξεναγός

οδηγός

Μεταφράσεις: ξεναγός

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
guide, tour guide, tourist guide, a tour guide, a guide
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
guiar, dirigir, conducir, orientar, encaminar, guía, guiará, guiar a
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
reiseführer, reisebegleiter, leiten, orientierungshilfe, führer, fremdenführer, modell, begleiter, wegweiser, vorlage, ...
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
guidons, guident, diriger, modèle, introduction, amener, accompagnateur, commander, régenter, mener, ...
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
condurre, guidare, guida, cicerone, governare, dirigere, guidatore, guiderà, orientare, guidarvi
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
guia, levar, padrão, orientar, convidado, governar, chapa, gerir, conduzir, guiar, ...
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
geleiden, dirigeren, gids, rondleiden, mennen, reisgids, sjabloon, handboek, patroon, brengen, ...
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
советчик, провожатый, вожак, поводырь, направляющая, наводить, руководить, руководитель, управлять, вожатый, ...
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
fører, lede, veilede, guide, veiledning
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
guide, leda, handbok, ledare, rådgivare, föra, vägleda, styra, guida
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
opastaa, säädellä, opas, johde, käsikirja, ohjata, johdattaa, malli, viedä, ohjaavat, ...
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
føre, lede, vejledning, guide, vejlede, styre
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
vodit, usměrňovat, vůdce, ukazatel, uvaděč, provést, směrnice, vodítko, oznamovací, řídit, ...
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
prowadzić, prowadnik, kierownik, poradnik, podręcznik, pokierować, wskazówka, przewodnik, kierować, prowadnica, ...
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
útikönyv, útmutató, példamutatás, kalauz, irányítani, vezető, Útikalauz
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
rehber, kılavuz, rehberlik, yol, kılavuzu
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
екскурсовод, посібник, орієнтир, довідник, керівництво, Посібник, Інструкції, інструкцію, Адміністрація
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
udhëheq, udhërrëfyes, udhëzojë, të udhëhequr, udhëheqë
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
ръководство, водя, водач, гид, ръководи
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
кіраўніцтва, Дапаможнік, Лідэрства
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
suunama, teejuht, giid, juhend, suunata, juhendada
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
vođa, vodič, voditi, vodiča, rukovoditi, vodi, vode, vođenje
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
fylgja, leiðbeina, leiða, að leiðbeina, að fylgja
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
vadovauti, vadovas, gidas, skatinti, vesti, vadovą, instrukciją
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
gids, rokasgrāmata, vadīt, dzīvot, ceļvedis, aizvest, pavadonis, virzīt, guide, vadītu, ...
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
водич, води, водење на, водење, водат
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
ghida, ghid, călăuză, ghidul de utilizare, ghidul, ghidul de
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
vodič, vodnik, usmerjanje, vodil, vodilo
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
sprievodca, sprievodcu, Sprievodcovia, príručka, príručky
Τυχαίες λέξεις