Λέξη: οικισμός

Σχετικές λέξεις: οικισμός

οικισμός χοιροκοιτίας, οικισμός in english, οικισμός γέννησης στα αγγλικά, οικισμός ουζιέλ, οικισμός προ του 1923, οικισμός ορισμός, οικισμός γεωργίου παπανδρέου, οικισμός κάλιο, οικισμός στα αγγλικά, οικισμός σέσκλου

Συνώνυμα: οικισμός

οικισμός

Μεταφράσεις: οικισμός

αγγλικά
settlement


ισπανικά
colonia

γερμανικά
abwicklung, ansiedlung, kolonie, besiedlung, abmachung, ...

γαλλικά
accord, arrangement, pacte, possession, hameau, ...

ιταλικά
villaggio, colonia, paese, accordo

πορτογαλικά
aldeias, povoado, ajuste, domiciliar, colonização, ...

ολλανδικά
volksplanting, plaats, dorp, kolonisatie, akkoord, ...

ρωσικά
поселок, ликвидация, расплата, посёлок, поселение, ...

νορβηγικά
overenskomst, ordning, bygd, landsby, koloni

σουηδικά
koloni

φινλανδικά
yrityksen selvitystila, asutus, sopimus, siirtomaa, uudisasutus, ...

δανικά
bosættelse, akkord, landsby

τσεχικά
usazení, odbavení, kolonizace, vyrovnání, urovnání, ...

πολωνικά
regulacja, kolonia, osiedle, załatwianie, rozrachunek, ...

ουγγρικά
talajsüllyedés, süppedés, hozomány

τούρκικα
köy, sömürge, koloni

ουκρανικά
селище, селища, містечко, село, поселок

αλβανικά
fshat

βουλγαρικά
колонизация, село, заселение

λευκορωσικά
пасёлак, мястэчка, вёска, поселок

εσθονικά
asustus, lahendus

κροατικά
bivstvovanje, dogovor, rješenje, grad

ισλανδικά
byggð

λατινικά
colonia

λιθουανικά
kaimas, gyvenvietė

λετονικά
apmetne, ciemats, ciems

σλαβομακεδονικά
порамнување, населба, населено место, населбата, решавање

ρουμανικά
sat, colonie

σλοβενικά
dohoda

σλοβακικά
dohoda, osada, úhrada, vyrovnaní

Στατιστικά δημοτικότητας: οικισμός

Τυχαίες λέξεις