Λέξη: οπισθογράφηση
Σχετικές λέξεις: οπισθογράφηση
οπισθογράφηση τραπεζικής επιταγής, οπισθογράφηση επιταγής σε τράπεζα, οπισθογράφηση λόγω πληρεξουσιότητας, οπισθογράφηση συναλλαγματικής με αίρεση, οπισθογράφηση δίγραμμης επιταγής, οπισθογράφηση επιταγής λόγω ενεχύρου, οπισθογράφηση με αίρεση, οπισθογράφηση επιταγής, οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου, οπισθογράφηση συναλλαγματικής
Μεταφράσεις: οπισθογράφηση
οπισθογράφηση στα αγγλικά
Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
endorsement, indorsement, endorsed, endorsement of, signatures of
οπισθογράφηση στα ισπανικά
Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
respaldo, endoso, aprobación, aval, la aprobación
οπισθογράφηση στα γερμανικά
Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
vermerk, bestätigung, zusatz, befürwortung, übertragung, Bestätigung, Billigung, Vermerk, Zustimmung, Endorsement
οπισθογράφηση στα γαλλικά
Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
appui, mention, approbation, endossement, protection, soutien, avenant, aval
οπισθογράφηση στα ιταλικά
Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
approvazione, riconoscimento alcuno, alcuno, omologazione, avallo
οπισθογράφηση στα πορτογαλικά
Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
endossado, endosso, aprovação, apoio, aval, menção
οπισθογράφηση στα ολλανδικά
Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
endossement, giro, goedkeuring, onderschrijving, bekrachtiging, bevestiging, aantekening
οπισθογράφηση στα ρωσικά
Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
подтверждение, жиро, одобрение, поддержка, индоссамент, одобрения, утверждение
οπισθογράφηση στα νορβηγικά
Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
påtegning, tilslutning, anbefaling, godkjenning, oppfordring
οπισθογράφηση στα σουηδικά
Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
påskrift, godkännande, stöd, påskriften, påskrift som
οπισθογράφηση στα φινλανδικά
Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
hyväksyminen, merkintä, hyväksyttäväksi, hyväksyntää, maininta, kannattavansa
οπισθογράφηση στα δανικά
Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
påtegning, godkendelse, tilslutning, påtegningen
οπισθογράφηση στα τσεχικά
Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
podpora, schválení, potvrzení, doložka, doložkou, potvrzením
οπισθογράφηση στα πολωνικά
Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
żyro, adnotacja, poparcie, indos, zatwierdzenie, Adnotację, uprawnienie uzupełniające
οπισθογράφηση στα ουγγρικά
Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
hozzájárulás, forgatmányozás, jóváhagyás, jóváhagyását, jóváhagyása, támogatását, kiterjesztés
οπισθογράφηση στα τούρκικα
Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
ciro, onay, onaylanması, cirosu, onayı
οπισθογράφηση στα ουκρανικά
Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
індосамент, схвалення, потвердження
οπισθογράφηση στα αλβανικά
Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
miratim, miratimi, miratimin, mbështetje, Shënimi
οπισθογράφηση στα βουλγαρικά
Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
джиро, джиросване, потвърждение, одобрение, заверка
οπισθογράφηση στα λευκορωσικά
Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
адабрэнне, ўхвалу, ўхваленне, ўхвала, ухвалу
οπισθογράφηση στα εσθονικά
Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
toetusavaldus, kinnitus, märge, kinnitamiseks, kinnitamise, kinnitamist
οπισθογράφηση στα κροατικά
Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
indosament, odobrenje, potvrda, ovjera, potpisivanje
οπισθογράφηση στα ισλανδικά
Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
áritun, Áritunin, framsal, staðfesting, framsals
οπισθογράφηση στα λιθουανικά
Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
patvirtinimas, žyma, įrašas, patvirtinimą, tvirtinimo
οπισθογράφηση στα λετονικά
Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
apstiprinājums, indosaments, apstiprinājumi
οπισθογράφηση στα σλαβομακεδονικά
Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
одобрување, поддршка, индосамент, прифаќање, одобрување од
οπισθογράφηση στα ρουμανικά
Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
aprobare, aprobarea, avizare, avizarea, de avizare
οπισθογράφηση στα σλοβενικά
Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
Zaznamek, overitev, potrditev, pooblastilo, potrditvijo
οπισθογράφηση στα σλοβακικά
Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
schválení, schválenie, schválenia, typové, typového