Λέξη: κύλινδρος

Σχετικές λέξεις: κύλινδρος

κύλινδρος ασφαλειας, κύλινδρος χάρτινος, κύλινδρος σχεδίων, κύλινδρος του κύρου, κύλινδρος ασφαλειας cisa, κύλινδρος mauer new wave 4, κύλινδρος μεταφοράς σχεδίων, κύλινδρος σιδερώματος

Συνώνυμα: κύλινδρος

κύλινδρος, βαρέλι, βυτίο, υδροθάλαμος, σωλήνας όπλου, κύλινδρος αντλίας, τροχίσκος, έλκυστρο, ρόδα, ρολό, αρτίσκος, κατάλογος, ρόλος, τόπι

Μεταφράσεις: κύλινδρος

αγγλικά
roll, cylinder


ισπανικά
rollo, bollo, arrollar, bobina, lista, ...

γερμανικά
rollen, semmel, aufspulen, trommel, brötchen, ...

γαλλικά
enroulons, rouleau, enrouler, liste, roulis, ...

ιταλικά
ruolo, cilindro, panino, avvolgere, rotolare, ...

πορτογαλικά
cilindro, volver, enrolar, papel, rolo, ...

ολλανδικά
bolletje, kadetje, cilinder, rol, broodje

ρωσικά
греметь, закатывать, рулон, булка, раскатиться, ...

νορβηγικά
bolle, rull, rundstykke, valse, sylinder

σουηδικά
förteckning, register, lista, vals

φινλανδικά
sylinteri, kumista, rulla, lista, tela, ...

δανικά
ring, rundstykke, rulle, cylinder

τσεχικά
soupis, kutálet, válec, uválcovat, svitek, ...

πολωνικά
przewracanie, przewalać, wałować, zwój, stoczyć, ...

ουγγρικά
zsemlye, gurítás, gördülés, göngyöleg, névjegyzék, ...

τούρκικα
rulo, sarmak

ουκρανικά
сувій, список, валок, згорток, циліндр, ...

αλβανικά
rrotullim

βουλγαρικά
цилиндър

λευκορωσικά
цыліндр, цыліндры

εσθονικά
veerema, saiake

κροατικά
poluga, valjak, cilindar, oblica, okretati, ...

ισλανδικά
brölta

λατινικά
cylindrus

λιθουανικά
rulonas, ritinys, vija, cilindras

λετονικά
ritulis, tinums, rullis, cilindrs, klejot

σλαβομακεδονικά
цилиндар

ρουμανικά
cilindru, rulou

σλοβενικά
motat, cilinder

σλοβακικά
žemle

Στατιστικά δημοτικότητας: κύλινδρος

Τυχαίες λέξεις