Λέξη: παράσταση

Σχετικές λέξεις: παράσταση

παράσταση πολιτικής αγωγής, παράσταση πολιτικής αγωγής υπόδειγμα, παράσταση με δήλωση, παράσταση ξημερώνει κυριακή, παράσταση cats, παράσταση καραγκιόζη, παράσταση νίκης, παράσταση δικηγόρων σε συμβόλαια, παράσταση τρωικός πόλεμος, παράσταση τοκ τοκ, θεατρική παράσταση, γραφική παράσταση

Συνώνυμα: παράσταση

αναπαράσταση, αντιπροσώπευση, παράσταση, διάβημα, εκτέλεση, επίδοση, εκπλήρωση, τέλεση, παρουσίαση, προσαγωγή, προσφορά, έκθεση κατηγορίας, παραγωγή, απόδοση, προϊόν, διαμαρτυρία

Μεταφράσεις: παράσταση

αγγλικά
performance, show


ισπανικά
enseñar, representación, manifestar, asomar, rendimiento, ...

γερμανικά
ausstellen, bekunden, betrieb, darbietung, vorführen, ...

γαλλικά
réalisation, étalage, salon, puissance, étalager, ...

ιταλικά
mostra, rappresentazione, presentare, spettacolo, ostentare, ...

πορτογαλικά
expor, provar, exibir, espectáculos, apresentar, ...

ολλανδικά
aanbieden, bewijzen, terechtstelling, tentoonspreiden, staven, ...

ρωσικά
киносеанс, демонстрировать, действие, выступ, продуктивность, ...

νορβηγικά
bedrift, ytelse, vise, utstilling, prestasjon, ...

σουηδικά
föreställning, show, utställning, visa, visning

φινλανδικά
toiminta, näyttää, näkö, kuvata, messut, ...

δανικά
vise

τσεχικά
plnění, jevit, demonstrovat, zobrazit, prokázat, ...

πολωνικά
audycja, zobrazowanie, wykazać, osiągi, ukazać, ...

ουγγρικά
parádé, felmutatás, siker

τούρκικα
gözükmek, görünmek, kanıtlamak, tanıştırmak

ουκρανικά
видовище, виявлятися, подвиг, спектакль, вчинок, ...

αλβανικά
performanca, performancës, performance, të performancës, performancën

βουλγαρικά
шоу, представление, показ

λευκορωσικά
прадукцыйнасць

εσθονικά
toimimine, osutama, näitama, täitmine, sooritus

κροατικά
izvođenje, performanse, učinak, performansi, izvedba

ισλανδικά
auðsýna, sýna, benda

λατινικά
effectus, spectaculum, demonstro

λιθουανικά
darbas, eksploatacija

λετονικά
process, izpilde, pierādīt, parādīt, veikšana, ...

σλαβομακεδονικά
перформанси, изведба, перформансите, ефикасноста, извршување

ρουμανικά
funcţionare, spectacol, arta, prezenta

σλοβενικά
čin, ukazovat, ukázat, pokazati, predstava

σλοβακικά
vykonanie, ukázať, výtvor, čin, show, ...

Στατιστικά δημοτικότητας: παράσταση

Τυχαίες λέξεις