Λέξη: παρθένα

Σχετικές λέξεις: παρθένα

παρθένα χοροζίδου, παρθένα ετών 30, παρθένα γαμίδου, παρθένα ουσταμπασίδου, παρθένα χοροζίδου βικιπαιδεια, παρθένα φουντουκίδου, παρθένα τσιμπούκα, παρθένα χοροζίδου βιογραφικό, παρθένα τσαμουρίδου

Συνώνυμα: παρθένα

παρθένα

Μεταφράσεις: παρθένα

αγγλικά
virgin


ισπανικά
virgen

γερμανικά
unbeschrifteter, jungfrau, fabrikneu, jungfräulich

γαλλικά
vierge, virginal, pucelle, intact

ιταλικά
intatto, vergine

πορτογαλικά
víbora, virgem, virginal, cobra

ολλανδικά
maagdelijk, maagd, ongerept

ρωσικά
дева, несмешанный, девственный, самородный, натуральный, ...

νορβηγικά
jomfru

σουηδικά
jungfrulig, jungfru, Virgin, oskuld

φινλανδικά
koskematon, impi, neitsyt

δανικά
jomfru

τσεχικά
panna, panenský

πολωνικά
dziewica, dziewiczy

ουγγρικά
szűz, Virgin, a szűz, szûz

τούρκικα
bakire

ουκρανικά
вірусний

αλβανικά
i virgjër, virgjëreshë, virgjër, e virgjër, të virgjër

βουλγαρικά
девица, Дева, девствен, девственица, девствена

λευκορωσικά
нявінніца, ці нявінніца, нявінніц

εσθονικά
neitsilik, neitsi

κροατικά
djevice, djevičanski, djevica, nevin, prazan

ισλανδικά
mey

λατινικά
virgo

λιθουανικά
mergelė

λετονικά
jaunava

σλαβομακεδονικά
девицата

ρουμανικά
fecioară

σλοβενικά
devica, virgin, deviško, deviškim

σλοβακικά
panic

Στατιστικά δημοτικότητας: παρθένα

Τυχαίες λέξεις