Λέξη: πληκτικός

Συνώνυμα: πληκτικός

αμβλύς, πληκτικός, ανιαρός, ηλίθιος, μη ενδιαφέρων, σχοινοτενής, απεραντολόγος, γκριζόμαυρος, κιτρινοφαίος, αποφθεγματικός, σύντομος, σημαντικός

Μεταφράσεις: πληκτικός

αγγλικά
tedious, dull


ισπανικά
cansado, tedioso, embotado, obtuso, pesado, ...

γερμανικά
dumm, stumpf, stumpfsinnig, ermüdend, blödsinnig, ...

γαλλικά
fatigant, gris, obtus, sombre, dépoli, ...

ιταλικά
ottuso, tedioso, spuntato, scuro, insipido, ...

πορτογαλικά
aborrecido, enfadonho, obtuso, duque

ολλανδικά
vermoeiend, dom, vervelend, taai, saai, ...

ρωσικά
тошный, многословный, отупелый, тупой, угрюмый, ...

νορβηγικά
matt, sløv, kjedelig

σουηδικά
ledsam, tråkig, långtråkig, matt

φινλανδικά
himmeä, juro, kuivakiskoinen, typerä, monisanainen, ...

δανικά
trættende, kedelig, dump

τσεχικά
otravný, pošmourný, bezvýrazný, zasmušilý, tupý, ...

πολωνικά
zmatowieć, monotonny, tępić, pochmurny, nieciekawy, ...

ουγγρικά
tompa

τούρκικα
sıkıcı, donuk

ουκρανικά
тупий, скучний, млявий, тьмяний, утомливий, ...

αλβανικά
budalla, trashë

βουλγαρικά
скучния

λευκορωσικά
глухi

εσθονικά
tüütu, tuhm, üksluine

κροατικά
nejasna, taman, tegoban, nezanimljiv, mučan, ...

ισλανδικά
hugmyndasnauður

λατινικά
plumbeus

λιθουανικά
nuobodus, bukas

λετονικά
nogurdinošs, neinteresants, garlaicīgs

σλαβομακεδονικά
неинтересни, неинтересен, неинтересна, неинтересната, неинтересна и

ρουμανικά
obtuz, plictisitor

σλοβενικά
nezanimivo, nezanimiva, nezanimiv, nezanimivi, nezanimivih

σλοβακικά
nudný, mdlý, tupý

Τυχαίες λέξεις