Λέξη: σηκώνω

Σχετικές λέξεις: σηκώνω

σηκώνω παντιέρα, σηκώνω κεφάλι, σηκώνω συνώνυμα, ονειροκρίτης σηκώνω, σηκώνω μοϊκάνα, σηκώνω το γάντι, σηκώνω βάρος στην εγκυμοσύνη, σηκώνω ύψωμα, σηκώνω τα χέρια ψηλά

Συνώνυμα: σηκώνω

ανυψώνω, ανυψώ, σηκώνω, υψώνω, υψώ, εγείρω, αίρω, ρίχνω με δυσκολία

Μεταφράσεις: σηκώνω

αγγλικά
elevate, raise, lift


ισπανικά
ascensor, realzar, ascender, empinar, exaltar, ...

γερμανικά
winde, hochheben, aufschwung, klauen, hervorrufen, ...

γαλλικά
lèvent, descendre, dresser, levons, arborez, ...

ιταλικά
montacarichi, elevare, rialzare, aumentare, elevatore, ...

πορτογαλικά
vida, suspender, ascensor, alar, impermeável, ...

ολλανδικά
opslaan, ophalen, verheffen, tillen, opdrijven, ...

ρωσικά
повысить, вознести, воспитать, водружать, взвивать, ...

νορβηγικά
heve, heis, oppfostre, lette, løfte, ...

σουηδικά
hiss, lyfta, uppföra, upphäva, öka, ...

φινλανδικά
palkankorotus, nousta, kohota, lisätä, kohottaa, ...

δανικά
opdrage, hæve, elevator, avle, løfte

τσεχικά
povýšit, stoupnutí, vzkřísit, vzbudit, pozdvihnout, ...

πολωνικά
zaciągać, werbować, podnosić, ożywiać, podnośnik, ...

ουγγρικά
felvonó, lift, felemelés

τούρκικα
çoğaltmak, yükseltmek, kaldırmak

ουκρανικά
підносити, дощової, піднімати, дощовій, дощовою, ...

αλβανικά
çoj, rrit, ngre

βουλγαρικά
поднивата

λευκορωσικά
аддаць, абрабiць, аддаваць

εσθονικά
lift, tõstma, edutama, ülendama, kasvatama

κροατικά
kopati, oplemeniti, dizalo, probuditi, dizalica, ...

ισλανδικά
reisa, hækka

λατινικά
erigo, extollo

λιθουανικά
liftas, sklaidytis

λετονικά
lifts, pastiprināt, celtnis, vairot, paaugstināt, ...

σλαβομακεδονικά
издувам, подигање, вдигам

ρουμανικά
lift

σλοβενικά
vlečnica, dvigalo

σλοβακικά
výťah

Τυχαίες λέξεις