Λέξη: συνέλευση

Σχετικές λέξεις: συνέλευση

συνέλευση ενάντια στην ειρήνη, συνέλευση no lager, συνέλευση αναρχικών/αντιεξουσιαστών σχολών υγείας, συνέλευση μηχανικών, συνέλευση αναρχικών για τη σύνδεση των αγώνων μέσα στην κοινωνία φυλακή, συνέλευση περιστερίου, συνέλευση της βοστίτσας, συνέλευση κατειλημμένων προσφυγικών, συνέλευση κατοίκων βύρωνα καισαριανής παγκρατίου, συνέλευση δράσεων για το ελληνικό, γενική συνέλευση

Συνώνυμα: συνέλευση

συνεδρίαση, συνάντηση, συνέλευση, διάσκεψη, ημερίδα, συνδεσμολογία, σύμβαση, συνέδριο, συνήθεια

Μεταφράσεις: συνέλευση

αγγλικά
assembly, convention


ισπανικά
convención, congreso, asamblea, convenio, montaje

γερμανικά
zusammensetzen, fertigung, assembler, montage, konvention, ...

γαλλικά
équipement, rassemblement, entente, tuyautage, convention, ...

ιταλικά
adunanza, convenzione, consesso, adunata

πορτογαλικά
convenções, conjunto, convenção, reunião, montagem

ολλανδικά
overeenkomst, congres, assemblee, samenscholing

ρωσικά
конвенция, общество, договор, созыв, сбор, ...

νορβηγικά
konvensjon

σουηδικά
samling, församling, avtal

φινλανδικά
käytäntö, kokoaminen, kokous, yhdiste, sääntö, ...

δανικά
montage, samling, montering, forsamling, samlingen

τσεχικά
nástup, konvence, sjezd, schůze, dohoda, ...

πολωνικά
montaż, montowanie, zwyczaj, zespół, konwenanse, ...

ουγγρικά
gyülekezés, gyűlés, szerelés, összeszerelés, összeszerelési

τούρκικα
montaj, düzeneği, montajı, derleme, tertibatı

ουκρανικά
зборка, звичай, угода, умовність, скупчення, ...

αλβανικά
asamble, kuvend, kuvendi, asambleja, montimit

βουλγαρικά
съвзе, конвенция

λευκορωσικά
зборка, сборка

εσθονικά
kokkutulek, tava, kokkupanek, assamblee, konvent

κροατικά
sklop, montaža, konvencija, sastanak, zasjedanje, ...

ισλανδικά
samningur

λατινικά
consilium, congregatio

λιθουανικά
susirinkimas

λετονικά
montāža, montāžas, montāžu, komplektu, asambleja

σλαβομακεδονικά
правилото

ρουμανικά
convenţie, adunare

σλοβενικά
montáž

σλοβακικά
montáž

Στατιστικά δημοτικότητας: συνέλευση

Τυχαίες λέξεις