Λέξη: σφυροκοπώ

Συνώνυμα: σφυροκοπώ

βομβαρδίζω από τον αέρα, σφυροκοπώ, πολυβολώ από τον αέρα, κατσαδιάζω, κοπανίζω, τρίβω, κτυπώ σε κύματα, συντρίβω, παραμορφώνω

Μεταφράσεις: σφυροκοπώ

αγγλικά
hammer


ισπανικά
martillo

γερμανικά
hammer, anschlaghammer, schlägel, hämmern

γαλλικά
martelez, choquer, martèlent, percuter, cogner, ...

ιταλικά
mitragliare, Strafe, Spostamento a, bombardare, Schivate

πορτογαλικά
marreta, hamburgo, martelar, martelo

ολλανδικά
hameren, hamer

ρωσικά
молоток, молотобоец, вколотить, сбивать, выковывать, ...

νορβηγικά
hammer, slegge

σουηδικά
Strafe

φινλανδικά
hakata, vasaroida, moukari, vasara, moukarinheitto

δανικά
hammer

τσεχικά
zabouchat, kladivo, tlouci, vrážet, bouchat, ...

πολωνικά
wbijać, młot, młotek, zaklepać, uderzać, ...

ουγγρικά
kalapácscsont

τούρκικα
çekiç

ουκρανικά
збивати, молоток

αλβανικά
çekiç

βουλγαρικά
чук

λευκορωσικά
молат, сабака

εσθονικά
strafe, Tulittaa

κροατικά
kovati, čekić

ισλανδικά
hamra, hamar

λιθουανικά
plaktukas, kūjis

λετονικά
āmurs, āmuriņš

σλαβομακεδονικά
чеканот

ρουμανικά
ciocan

σλοβενικά
kladivo

σλοβακικά
kladivo

Τυχαίες λέξεις