Λέξη: χορεύω

Σχετικές λέξεις: χορεύω

χορεύω με τον θανατο lyrics, χορεύω με το λιπος, χορεύω παπακωνσταντίνου, χορεύω χορεύω ζουζούνια, χορεύω trance, χορεύω ονειροκρίτης, χορεύω σε πίστες, χορεύω άρα επικοινωνώ, χορεύω χορεύω ότι προβλήματα έχω στην άκρη τ' αφήνω, χορεύω χορεύω

Συνώνυμα: χορεύω

χορεύω, χοροπηδώ, αναπηδώ

Μεταφράσεις: χορεύω

αγγλικά
dance


ισπανικά
danza, bailar, danzar, baile

γερμανικά
tanz, tanzveranstaltung

γαλλικά
bille, dansons, danser, dansent, dansez, ...

ιταλικά
ballare, ballo

πορτογαλικά
bailar, dança, dançar, baile

ολλανδικά
danspartij, dans, dansen, bal

ρωσικά
отплясывать, потанцевать, протанцевать, хорея, плясать, ...

νορβηγικά
dans, danse

σουηδικά
jigg, jiggen, jig

φινλανδικά
tanssi, kirmata, tanssiaiset, tanssia, hypellä

δανικά
dans, danse

τσεχικά
skákat, vyskakovat, tanec, tančení, tancovat

πολωνικά
balować, potańcówka, hasać, potańczyć, pląsać, ...

ουγγρικά
ráz, Jig, Szúrófűrészek, koordinátaköszörűnek, rázás

τούρκικα
dans

ουκρανικά
станцювати, танок, танець, танцювати

αλβανικά
kërcej

βουλγαρικά
танц

λευκορωσικά
кандуктар, кандуктарка

εσθονικά
tants, tantsima

κροατικά
kolo, plesati, igrati, plesne

ισλανδικά
dans, dansa, ball, dansleikur

λιθουανικά
šokti, šokis

λετονικά
deja, dejot

σλαβομακεδονικά
жига, убодни, Матрица, рибарска јадица

ρουμανικά
dans

σλοβενικά
jig, šablona, šablona za, vbodne, vpenjalne priprave

σλοβακικά
tanec

Τυχαίες λέξεις