Λέξη: τυπικότητα

Σχετικές λέξεις: τυπικότητα

τυπικότητα f

Συνώνυμα: τυπικότητα

διατύπωση, τυπικότητα, τυπικότης, επισημότητα, συμβατικότητα, ακρίβεια, τελετή, εθιμοτυπία, τύποι

Μεταφράσεις: τυπικότητα

αγγλικά
formality


ισπανικά
requisito

γερμανικά
förmlichkeiten, formalität, förmlichkeit

γαλλικά
cérémonie, formalité

ιταλικά
formalità

πορτογαλικά
formalidade, formalidades, formalismo, a formalidade

ολλανδικά
formaliteit, formaliteiten, formeel, formele, formaliteit is

ρωσικά
формальность, педантичность, проформа

νορβηγικά
formalitet

σουηδικά
formalitet

φινλανδικά
muodollisuus, muodollisuuksia, muodollisuutta, muodollisuuden

δανικά
formalitet, formaliteter, formelt

τσεχικά
etiketa, formalita

πολωνικά
formalność

ουγγρικά
formaság, ceremónia, alakiság

τούρκικα
resmiyet, formalite

ουκρανικά
педантичність, формальність

αλβανικά
formalitet, formalitet i, formaliteti, formalitetit, formaliteti i

βουλγαρικά
формалност, формалности, формално

λευκορωσικά
фармальнасць, фармальнасьць

εσθονικά
formaalsus

κροατικά
formalnost

ισλανδικά
formsatriði, formsatriði sem, formsatriða, formlegheit, formsatriÃ

λιθουανικά
formalumas, formalumų, formalumą, formalumo

λετονικά
formalitāte, formalitātes, formalitāti

σλαβομακεδονικά
формалност, формалноста, формалности, формално

ρουμανικά
formalitate

σλοβενικά
formalnost, formalnosti

σλοβακικά
formalita

Τυχαίες λέξεις