Λέξη: όγκος

Σχετικές λέξεις: όγκος

όγκος σφαίρας, όγκος κυλίνδρου, όγκος κόλουρης πυραμίδας, όγκος παραλληλεπιπέδου, όγκος στο κεφάλι, όγκος πυραμίδας, όγκος παλμού, όγκος κύβου και ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, όγκος κώνου, όγκος εγκεφάλου

Συνώνυμα: όγκος

τόμος, όγκος, οίκημα, πρήξιμο, κύριο μέρος, μάζα, κοψίδι, κομάτι, κομμάτι, δέσμη, τσαμπί, ανάπτυξη, αύξηση, βλάστηση, συστάδα δέντρων, ομάδα δέντρων, ομάς δέντρων, συστάδα θάμνων, καμπούρα, υποσάρκωμα, παραφυής, ώθηση, σβώλος, βώλος, οίδημα, θεία λειτουργία, σωρός, σύνολο, λειτουργία, όζος, κόμβος, κόμπος, ουσία, ουσία υπόθεσης, νεόπλασμα ιατρική

Μεταφράσεις: όγκος

αγγλικά
tumour, growth, volume


ισπανικά
tomo, libro, tumor, tamaño, crecimiento, ...

γερμανικά
volumen, entwicklung, rauminhalt, bewuchs, wachstum, ...

γαλλικά
volume, accroissement, stature, sonorité, surcroît, ...

ιταλικά
tumore, volume, crescita

πορτογαλικά
crescimento, livro, rosnado

ολλανδικά
tumor, omvang, inhoud, groei, wasdom, ...

ρωσικά
величина, емкость, приращение, происхождение, громкость, ...

νορβηγικά
bok, vekst, lydstyrke, svulst, volum

σουηδικά
tumör, storlek, växt, volym

φινλανδικά
lisäys, kirja, kuuluvuus, orastus, kasvu, ...

δανικά
vækst, bog, svulst, mængde, omfang, ...

τσεχικά
přírůstek, narůstání, obsah, růst, otok, ...

πολωνικά
objętość, narastanie, narośl, opuchlizna, foliał, ...

ουγγρικά
tumor, növekmény, könyv, kötet, fejlemény, ...

τούρκικα
hacim, oylum, kitap, büyüme, gelişme

ουκρανικά
багатослівно, вирощення, продукт, культура, зріст, ...

αλβανικά
libër

βουλγαρικά
том, книга, гръмкост, тумор, обем

λευκορωσικά
кнiга

εσθονικά
kasv, veerev, jutukas, pöörlev

κροατικά
volumena, rast, porast, obujam, opseg, ...

ισλανδικά
bindi, árgangur, auking, vöxtur, gróður

λιθουανικά
tomas, daugybė, talpa, apimtis, auglys, ...

λετονικά
audzējs, apjoms, grāmata, tilpums

σλαβομακεδονικά
волумен, онтогенеза

ρουμανικά
tumoare, volum, masă, carte

σλοβενικά
objem

σλοβακικά
objem, nádor

Στατιστικά δημοτικότητας: όγκος

Τυχαίες λέξεις