Λέξη: αισθητικός

Σχετικές λέξεις: αισθητικός

αισθητικός χαλάνδρι, αισθητικός ποδολογίας & καλλωπισμού νυχιών, αισθητικός πάτρα, αισθητικός γλυφάδα, αισθητικός θεσσαλονίκη κέντρο, αισθητικός καλλιθέα, αισθητικός αθήνα, αισθητικός καβάλα, αισθητικός κέντρο θεσσαλονίκης, αισθητικός βελονισμός

Συνώνυμα: αισθητικός

λογικός, αισθητός, γνωστικός, φρόνιμος, αισθηματικός, αισθησιακός, ευαίσθητος, καλαίσθητος, εύθικτος

Μεταφράσεις: αισθητικός

αισθητικός στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
aesthetic, esthetician, sentient, beautician, Aesthetician

αισθητικός στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
estético, esteticista, esteta, esthetician, de esteticista, estética

αισθητικός στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
ästhetisch, ästhetik, unästhetisch, Kosmetikerin, Ästhetiker, esthetician, Kosmetiker, esthéticienne

αισθητικός στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
esthétique, esthéticienne, esthéticien, d'esthétique, esthéticiens

αισθητικός στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
estetico, estetista, estetiste, esthetician, aesthetician, esteta

αισθητικός στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
esteticista, esteta, esthetician, do esthetician, aesthetician

αισθητικός στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
schoonheidsspecialiste, aesthetician, estheticiancosmetologist, esthetician, estheticus

αισθητικός στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
эстетичный, эстетический, чувственный, обезболивающий, эстетик, эстет, косметолог, эстетики, области эстетики

αισθητικός στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
estetiker, esthetician, aesthetician, Travel Agents, Agents

αισθητικός στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
estetisk, aesthetician, estetiker, hudterapeut, esthetician, estetikern

αισθητικός στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
estetiikka, aistikas, esteetikko, aesthetician, esthetician

αισθητικός στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
æstetiker, aesthetician, Æsthetikers, esthetician

αισθητικός στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
estetik, esthetician

αισθητικός στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
estetyczny, estetyk, kosmetyczka, aesthetician, esthetician

αισθητικός στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
esztétikai, esztéta, kozmetikus, esztétaként

αισθητικός στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
estetisyen, estetisyenlik, estetikçi, esthetician, estetikçi olan

αισθητικός στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
естетичний, естет, почуттєвий, естетик, естетики, Естетік

αισθητικός στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
esthetician

αισθητικός στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
естет

αισθητικός στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
эстэтыкі, эстэтык

αισθητικός στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
esteetiline, esteetika, esthetician, aesthetician

αισθητικός στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
estetski, estetsko, istančan, umjetnički, estetičar

αισθητικός στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
esthetician

αισθητικός στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
estetika, Esthetician

αισθητικός στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
esthetician, estētiķe

αισθητικός στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
естетичар

αισθητικός στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
estetician, aesthetician, esteticiana, estetician de

αισθητικός στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
estet, esthetician

αισθητικός στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
estetický, estetik, estét

Στατιστικά δημοτικότητας: αισθητικός

Τυχαίες λέξεις