Λέξη: αισθητός

Σχετικές λέξεις: αισθητός

αισθητόσ κόσμοσ, αισθητός ορίζοντας, αισθητός συνώνυμο, αισθητός σημασία, αισθητός στα αγγλικά

Συνώνυμα: αισθητός

σοβαρός, σπουδαίος, λογικός, γνωστικός, αισθητικός, φρόνιμος, απτός, αξιοπαρατήρητος, τηρητέος, αντιληπτός

Μεταφράσεις: αισθητός

αισθητός στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
appreciable, perceptible, observable, sensible, felt

αισθητός στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
perceptible, perceptibles, sensible, imperceptible, percibe

αισθητός στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
merkbar, merklich, wahrnehmbar, nennenswert, erkennbar, spürbar, fühlbar, wahrnehmbare, wahrnehmbaren

αισθητός στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
perceptible, sensible, apercevable, considérable, évident, important, appréciable, apparent, perceptibles

αισθητός στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
percettibile, sensibile, apprezzabile, percepibile, percepibili, percettibili

αισθητός στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
perceptível, perceptíveis, sensível, imperceptível

αισθητός στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
merkbaar, waarneembaar, waarneembare, voelbaar, merkbare

αισθητός στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
заметный, различимый, уловимый, воспринимаемый, значительный, приметный, внушительный, броский, ощутимый, ощутительный, осязаемый, ощутимо, ощутимым, ощутимой

αισθητός στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
merkbar, merk, perceptible, merkbare, merkbart

αισθητός στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
kännbar, förnimbar, märkbar, märk, märkbara, märkbart

αισθητός στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
roima, aikamoinen, huomattava, havaittava, havaittavissa, havaittavissa oleva, havaittavaa, havaittavia

αισθητός στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
mærkbar, opfattes, synlig, tydelig, mærkbare

αισθητός στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
citelný, patrný, postřehnutelný, značný, ocenitelný, rozeznatelný, znatelný, vnímatelný, vnímatelné, vnímatelná

αισθητός στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
pokaźny, zauważalny, wyczuwalny, uchwytny, odczuwalny, znaczny, widoczny, dostrzegalny, odczuwalne, dostrzegalne

αισθητός στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
percipiálható, érezhető, észrevehető, érzékelhető, észlelhető, megfigyelhető

αισθητός στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
algılanabilir, algılanabilen, hissedilebilir, algılanabilir bir, hissedilir

αισθητός στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
відчутний, помітний, значний, відчутного, відчутної, суттєвий, відчутне

αισθητός στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
i dukshëm, i perceptueshëm, perceptueshme, dukshëm, perceptueshëm

αισθητός στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
заметнем, осезаем, доловим, доловима, осезаема, забележима

αισθητός στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
адчувальны, адчувальную, адчувальная, адчувальныя

αισθητός στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
tajutav, tajutavat, tajutava, tajutavad, tajutavaks

αισθητός στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
procjenjiv, zamjetni, opipljiv, mjerljiv, znatan, razuman, osjetljiv, zamjetnim, osjetan, primjetan, osjetni, osjetna, zamjetljivi, zamjetljiva

αισθητός στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
tilfinnanlegur, merkjanleg, merkjanlega, finnst af, sýnileg

αισθητός στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
juntamas, suvokiamas, pastebimas, pastebimi, suvokiami

αισθητός στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
uztverams, jūtams, uztverama, uztveramas, uztverami

αισθητός στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
воочлива, воочливи, забележливи, забележливо, видлив

αισθητός στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
perceptibil, perceptibilă, perceptibile, perceptibila, perceptible

αισθητός στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
zaznaven, zaznavni, zaznavno, zaznavna, zaznati

αισθητός στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
zreteľný, znateľný, výrazný, značný, badateľný, citeľný
Τυχαίες λέξεις