Λέξη: ακατάστατος

Σχετικές λέξεις: ακατάστατος

ακατάστατος κύκλος περιόδου

Συνώνυμα: ακατάστατος

ακατάστατος, αδιευθέτητος, ανοικοκύρευτος, τσαπατσούλης, ακάθαρτος, λασπώδης, άκομψος, ατημέλητος, άστατος, αδιακανόνιστος, ακαταστάλαχτος, ακαθόριστος, τσαλακωμένος

Μεταφράσεις: ακατάστατος

αγγλικά
untidy, messy, disorderly, shabby


ισπανικά
desaforado, desaseado, desarreglado, desaliñado, desordenado

γερμανικά
ungeregelt, chaotisch, schäbige, abgetragen, schäbig, ...

γαλλικά
brouillon, tumultueux, compliqué, ignoble, chaotique, ...

ιταλικά
sciatto, disordinato

πορτογαλικά
desleixado, desmazelado, desleixada, slovenly, desleixadamente

ολλανδικά
rommelig, rechtopstaand, borstelig, ruigharig, slordig

ρωσικά
разболтанный, затрапезный, облезлый, бедный, ветхий, ...

νορβηγικά
uordentlig, rotet

σουηδικά
slarvig, skräpig

φινλανδικά
nurin, suttuinen, resuinen, ryvettynyt, sottainen, ...

δανικά
sjusket, slovenly, sjuskede, sjuske, meget ordenlig

τσεχικά
rozháraný, podlý, špinavý, neuspořádaný, nepořádný, ...

πολωνικά
kłopotliwy, podły, burzliwy, brudny, niestaranny, ...

ουγγρικά
komisz, mocskoló, rendzavaró, rendetlen, bepiszkoló, ...

τούρκικα
düzensiz

ουκρανικά
ношений, неохайний, незначний, жалкий, порваний, ...

αλβανικά
në mënyrë të çrregullt, pisanjos, çrregullt, të çrregullt, shkatarraq

βουλγαρικά
небрежен, мърляв, немарлив, мърлява, небрежна

λευκορωσικά
неахайны

εσθονικά
päevinäinud, sassis, lohakas

κροατικά
ružan, nečist, podli, odrpan, bijedan, ...

ισλανδικά
slovenly

λιθουανικά
apsileidęs, nevalyvas, Flądrowaty, Netīrīgs, netvarkingas

λετονικά
netīrīgs, nevīžīgs

σλαβομακεδονικά
несовесен

ρουμανικά
murdar, neglijent, soios, slovenly, neglijență

σλοβενικά
neurejen

σλοβακικά
chatrný, nedbalý, neupravený, vetchý

Τυχαίες λέξεις