Λέξη: ανήσυχος

Σχετικές λέξεις: ανήσυχος

ανήσυχος ύπνος μωρού, ανήσυχος υπερβολικός, ανήσυχος ύπνος μωρού 5 μηνων, ανήσυχος ύπνος νεογέννητου, ανήσυχος ύπνος παιδιού, ανήσυχος βρεφικός ύπνος, ανήσυχος ύπνος μωρού 10 μηνων, ανήσυχος δασκαλος, ανήσυχος συνώνυμα, ανήσυχος ύπνος

Συνώνυμα: ανήσυχος

ανυπόμονος, νευρικός, ανυπάκουος, δυσήνιος, συρομένος ελικοειδώς, στενοχωρημένος, αεικίνητος, ενδιαφερόμενος, ενοχλητικός

Μεταφράσεις: ανήσυχος

ανήσυχος στα αγγλικά

Λεξικό:
αγγλικά
Μεταφράσεις:
anxious, apprehensive, worried, restless, uneasy, squirmy

ανήσυχος στα ισπανικά

Λεξικό:
ισπανικά
Μεταφράσεις:
ansioso, inquieto, preocupado, preocupados, preocupada, preocupa, preocupación

ανήσυχος στα γερμανικά

Λεξικό:
γερμανικά
Μεταφράσεις:
bedenklich, unruhig, nervös, begreifend, bange, ängstlich, besorgt, beunruhigt, Sorgen, Sorge

ανήσυχος στα γαλλικά

Λεξικό:
γαλλικά
Μεταφράσεις:
avide, anxieux, craintif, appréhensif, méticuleux, impatient, docile, nerveux, peureux, inquiet, timide, affamé, intelligent, désireux, inquiète, inquiets, inquiètent, inquiéter

ανήσυχος στα ιταλικά

Λεξικό:
ιταλικά
Μεταφράσεις:
nervoso, timoroso, preoccupato, preoccupati, preoccupata, preoccupa

ανήσυχος στα πορτογαλικά

Λεξικό:
πορτογαλικά
Μεταφράσεις:
ansioso, nervoso, preocupado, preocupada, preocupados, preocupado com, preocupadas

ανήσυχος στα ολλανδικά

Λεξικό:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
ongerust, beducht, bezorgd, zenuwachtig, nerveus, bang, zorgen, zich zorgen

ανήσυχος στα ρωσικά

Λεξικό:
ρωσικά
Μεταφράσεις:
взбудораженный, беспокойный, сообразительный, тревожащий, беспокоящийся, понятливый, обеспокоенный, взволнованный, заботливый, озабоченный, трепетный, тревожный, непокойный, нервный, смутный, пугливый, беспокоятся, беспокоит, обеспокоены, волновался, беспокоился

ανήσυχος στα νορβηγικά

Λεξικό:
νορβηγικά
Μεταφράσεις:
nervøs, engstelig, ivrig, bekymret, bekymret for, redd

ανήσυχος στα σουηδικά

Λεξικό:
σουηδικά
Μεταφράσεις:
nervös, orolig, oroliga, orolig för, oroade, oroad

ανήσυχος στα φινλανδικά

Λεξικό:
φινλανδικά
Μεταφράσεις:
hermostunut, rauhaton, levoton, hätäinen, huolekas, innokas, huolestunut, huolissaan, huolissani, huolissaan siitä

ανήσυχος στα δανικά

Λεξικό:
δανικά
Μεταφράσεις:
bekymrede, bekymret, bekymret for, bekymret over, bange for

ανήσυχος στα τσεχικά

Λεξικό:
τσεχικά
Μεταφράσεις:
chápavý, bystrý, úzkostlivý, dychtivý, starostlivý, úzkostný, bojácný, znepokojený, ustaraný, strach, starosti, obávají

ανήσυχος στα πολωνικά

Λεξικό:
πολωνικά
Μεταφράσεις:
niespokojny, bojaźliwy, bezsenny, zaniepokojony, spostrzegawczy, wrażliwy, lękliwy, żądny, chętny, pojętny, zmartwiony, frasobliwy, martwi, martwi się, martwisz

ανήσυχος στα ουγγρικά

Λεξικό:
ουγγρικά
Μεταφράσεις:
felfogó, aggódó, aggódik, aggódott, aggódnak

ανήσυχος στα τούρκικα

Λεξικό:
τούρκικα
Μεταφράσεις:
sinirli, endişeli, endişe, endişeliydi, endişelendim, endişeleniyorum

ανήσυχος στα ουκρανικά

Λεξικό:
ουκρανικά
Μεταφράσεις:
передчуттів, тривоги, схвильований, неспокійний, стурбований, тривожний, тямущий, кмітливий, турбуються, непокояться, переймаються, тривожаться, хвилюються

ανήσυχος στα αλβανικά

Λεξικό:
αλβανικά
Μεταφράσεις:
i shqetësuar, shqetësuar, të shqetësuar, brengosur, të brengosur

ανήσυχος στα βουλγαρικά

Λεξικό:
βουλγαρικά
Μεταφράσεις:
разтревожен, загрижен, притеснен, угрижена, притеснявате

ανήσυχος στα λευκορωσικά

Λεξικό:
λευκορωσικά
Μεταφράσεις:
турбуюцца, непакояцца, клапоцяцца, хвалююцца

ανήσυχος στα εσθονικά

Λεξικό:
εσθονικά
Μεταφράσεις:
kibelev, murelik, rahutu, mures, muret, närviline

ανήσυχος στα κροατικά

Λεξικό:
κροατικά
Μεταφράσεις:
uznemiren, mučan, zabrinut, uzbuđen, pronicljiv, nestrpljivo, oštrouman, prestrašen, dovitljiv, zabrinuti, zabrinuta, zabrinuto, brine

ανήσυχος στα ισλανδικά

Λεξικό:
ισλανδικά
Μεταφράσεις:
hugsjúkur, áhyggjur, áhyggjur af, áhyggjufullur, áhyggjufull, áhyggjur af því

ανήσυχος στα λιθουανικά

Λεξικό:
λιθουανικά
Μεταφράσεις:
susirūpinęs, nerimauja, neramu, susirūpinę

ανήσυχος στα λετονικά

Λεξικό:
λετονικά
Μεταφράσεις:
noraizējies, uztraucas, norūpējies, uztrauc, uztraucaties

ανήσυχος στα σλαβομακεδονικά

Λεξικό:
σλαβομακεδονικά
Μεταφράσεις:
загрижен, загрижени, загрижено, се загрижени, загрижена

ανήσυχος στα ρουμανικά

Λεξικό:
ρουμανικά
Μεταφράσεις:
nervos, îngrijorat, ingrijorat, îngrijorați, îngrijorată, îngrijorat de

ανήσυχος στα σλοβενικά

Λεξικό:
σλοβενικά
Μεταφράσεις:
Skrbi, skrbelo, zaskrbljeni, skrbeh, zaskrbljena

ανήσυχος στα σλοβακικά

Λεξικό:
σλοβακικά
Μεταφράσεις:
chápavý, úzkostlivý, znepokojený, nedočkavý, ustarostený, ustaraný
Τυχαίες λέξεις