Λέξη: ανθεκτικός

Σχετικές λέξεις: ανθεκτικός

ανθεκτικός ασκίτης, ανθεκτικός translation, ανθεκτικόσ συνώνυμο, ανθεκτικός στα αγγλικά, ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη χρυσίζων σταφυλόκοκκος, ανθεκτικός παρθενικός υμένας, ανθεκτικός συνώνυμα, ανθεκτικός ετυμολογία

Συνώνυμα: ανθεκτικός

ανθεκτικός, αντικρούων, ανθιστάμενος, αντέχων, διαρκής, στερεός, ελαστικός, διαλλακτικός, επανατακτικός, ελαφρός, εύθυμος, σκληρός, ζόρικος, σκληραγωγημένος, τραχύς, συνεκτικός

Μεταφράσεις: ανθεκτικός

αγγλικά
resistant, resilient, sturdy


ισπανικά
fuerte, elástico, fornido, robusto, resistente, ...

γερμανικά
elastisch, widerstandsfähig, stämmig, robust, fest, ...

γαλλικά
gros, gaillard, consistant, solide, intense, ...

ιταλικά
gagliardo, elastico, valido, robusto, saldo, ...

πορτογαλικά
resistente, forte, sólido, rijo, seguro, ...

ολλανδικά
elastisch, potig, ferm, robuust, stevig, ...

ρωσικά
жесткий, фундаментальный, упругий, устойчивый, эластичный, ...

νορβηγικά
spenstig, kraftig, elastisk, robust

σουηδικά
elastisk, kraftig, fast

φινλανδικά
roima, venyvä, tukeva, roteva, kookas, ...

δανικά
fast

τσεχικά
statný, vzdorující, hřmotný, silný, pevný, ...

πολωνικά
prężny, silny, wytrzymały, sprężynujący, mocny, ...

ουγγρικά
ellenálló, rezisztens, ellenáll, álló, szemben ellenálló

τούρκικα
esnek, kuvvetli

ουκρανικά
сильний, міцний, здоровий, відскакувати, дужий, ...

αλβανικά
i qëndrueshëm, rezistente, rezistent, qëndrueshëm ndaj, rezistente ndaj

βουλγαρικά
устойчив, устойчиви, устойчива, резистентни, устойчиви на

λευκορωσικά
моцны

εσθονικά
tugev, visa, paindumatu, elastne

κροατικά
uporan, elastičan, gibak, vedar, krupan, ...

ισλανδικά
ónæmir, þola, ónæmur, ónæmur fyrir, ónæmir fyrir

λιθουανικά
atsparus, atsparios, atspari, atsparūs, atsparių

λετονικά
izturīgs, izturīgi, izturīgas, rezistenti, izturīgiem

σλαβομακεδονικά
отпорни, отпорна, отпорни на, отпорен на, отпорен

ρουμανικά
rezistent, imun, viguros

σλοβενικά
robustní

σλοβακικά
odolný, robustní, nezlomný, pevný, silný, ...

Τυχαίες λέξεις