Λέξη: διαμορφώνω

Σχετικές λέξεις: διαμορφώνω

διαμορφώνω στα αγγλικά, διαμορφώνω αντωνυμο, διαμορφωνω συνώνυμο, διαμορφώνω translation, διαμορφώνω λεξικο, διαμορφώνω ετυμολογία

Συνώνυμα: διαμορφώνω

διαμορφώνω, συγκροτώ, σχηματίζω, μορφώ, συντρίβω, επιβάλλομαι, φέρνω σε αμηχανία, βολτατζάρω, βαρώ

Μεταφράσεις: διαμορφώνω

αγγλικά
fashion, shape


ισπανικά
horma, modo, uso, configurar, forma, ...

γερμανικά
form, formen, gestalten, gestalt, art, ...

γαλλικά
façonnons, façonner, former, modeler, pratique, ...

ιταλικά
forma, plasmare, moda, voga, modo, ...

πορτογαλικά
plasmar, forma, maneira, rasa, fascinante, ...

ολλανδικά
trant, gedaante, wijs, mode, manier, ...

ρωσικά
очертание, бланк, стиль, вид, форма, ...

νορβηγικά
fasong, figur, måte, mote, skikkelse, ...

σουηδικά
form, fason, dana, gestalt, mode

φινλανδικά
muotoilla, muodostaa, työstää, muoti, tapa, ...

δανικά
facon, måde, form, mode

τσεχικά
utvořit, ztvárnit, druh, způsob, utvářet, ...

πολωνικά
wykończać, wzór, ukształtować, ukształtowanie, zwyczaj, ...

ουγγρικά
jelenés, sablon, szelvényvas, idomok, alakvas

τούρκικα
biçim, şekil, tarz, kalıp, moda, ...

ουκρανικά
спосіб, форма, болванка, фасон, мода, ...

αλβανικά
moda, mënyrë

βουλγαρικά
фигура, мода

λευκορωσικά
вылеплены

εσθονικά
kujundama, laad, kujund, vorm, komme

κροατικά
lik, položaj, modu, forma, obliku, ...

ισλανδικά
tíska, gamaldags, skapað, smíðaði

λατινικά
vultus, forma

λιθουανικά
stilius, maniera, mada, būdas

λετονικά
veids, paņēmiens, maniere

σλαβομακεδονικά
обликувано, обликува, обликувала, се обликува, креираше

ρουμανικά
mod, modă, formă

σλοβενικά
moda, móda

σλοβακικά
tvar

Τυχαίες λέξεις