Λέξη: αρωγή

Σχετικές λέξεις: αρωγή

αρωγή για το λύκειο, αρωγή 12, αρωγή θεσσαλονίκη, αρωγή και ευδοκίμηση, αρωγή λεξικό, αρωγή συνώνυμα, αρωγή λάρισα, αρωγή μκο, αρωγή λάρισας, αρωγή ωρωπός

Συνώνυμα: αρωγή

βοήθεια, αρωγή, βοηθός, περίθαλψη

Μεταφράσεις: αρωγή

αγγλικά
help, relief


ισπανικά
asistencia, ayudar, socorro, alivio, ayuda, ...

γερμανικά
linderung, unterstützung, stütze, substitut, ersatzmann, ...

γαλλικά
acolyte, radoucissement, subvention, servitude, assistant, ...

ιταλικά
ausilio, soccorso, sussidio, sovvenire, aiuto, ...

πορτογαλικά
capacete, ajuda, servidão, auxiliar, assistir, ...

ολλανδικά
assistent, baten, erfdienstbaarheid, ondersteuning, assistentie, ...

ρωσικά
рельеф, помочь, помогать, сменщик, подсобить, ...

νορβηγικά
lettelse, unnsetning, hjelp, hjelpe

σουηδικά
medhjälpare, biträde, assistans, understöd, bistå, ...

φινλανδικά
apulainen, avustaja, lievennys, kohokuva, avunanto, ...

δανικά
hjælpemiddel, bistand, hjælpe, hjælp

τσεχικά
útěcha, pomáhat, úleva, asistence, odlehčení, ...

πολωνικά
pomóc, poczęstować, złagodzenie, wybranie, relief, ...

ουγγρικά
felmentés, szegényellátás, domborzat, szivárgó, tehermentesítés, ...

τούρκικα
yardım, yardam

ουκρανικά
помагати, земля, довідник, допомагати

αλβανικά
ndihmoj, reliev

βουλγαρικά
помагам

λευκορωσικά
дапамажыце, памажыце, памажэце

εσθονικά
reljeef, abi, vabastus, aitama

κροατικά
pomagati, pomognem, oslobođenje, pomoći, pomoć, ...

ισλανδικά
hjálp, huggun, fylgi, gagn, aðstoð

λατινικά
subvenio, subsidium, auxilium

λιθουανικά
reljefas, pagalbininkas, pagalba, padėjėjas, asistentas, ...

λετονικά
palīgstrādnieks, palīgs, līdzekļi, reljefs, pabalsts, ...

σλαβομακεδονικά
помогне, помогнат, помогне на, им помогне, помогне да

ρουμανικά
ajutor, relief, asistent, ajuta

σλοβενικά
plastika, pomožnik, pomáhat, pomoč, pomagati

σλοβακικά
pomoc, pomocník, pomoci, plastika, obrys

Στατιστικά δημοτικότητας: αρωγή

Τυχαίες λέξεις