Λέξη: αστοχώ

Σχετικές λέξεις: αστοχώ

αστοχώ συνώνυμο

Συνώνυμα: αστοχώ

ανάπτω κακώς, αστοχώ, παραλείπω, ελλείπω, αποτυχαίνω, ποθώ, χάνω

Μεταφράσεις: αστοχώ

αγγλικά
miss


ισπανικά
marrar, muchacha, errar, señorita, perder

γερμανικά
fehlwurf, fräulein, verfehlen, mädchen, vermissen, ...

γαλλικά
mademoiselle, rater, manquent, demoiselle, manquons, ...

ιταλικά
signorina, ragazza, perdere, fallire

πορτογαλικά
faltar, falta, rapariga, falhar, menina, ...

ολλανδικά
meisje, missen, juffrouw, mislopen, meid, ...

ρωσικά
сударыня, девушка, загрустить, девочка, прогулять, ...

νορβηγικά
frøken, jente, pike

σουηδικά
sakna, fröken

φινλανδικά
ikävöidä, neiti, tyttö, kaiho, ohilyönti

δανικά
pige, frøken

τσεχικά
scházet, chybit, netrefit, selhat, promeškat, ...

πολωνικά
kiks, spóźniać, spudłować, chybiać, tęsknica, ...

ουγγρικά
elvétés, kisasszony, elhibázás

τούρκικα
bayan, vuramamak, kaçırmak, kız

ουκρανικά
перекручує

αλβανικά
vajzë, zonjushë

βουλγαρικά
мис, Miss, на мис

λευκορωσικά
дачка

εσθονικά
möödalask, miss, mississippi, puuduma

κροατικά
upustiti, gospođica, ispustiti, zakasniti, prešutjeti, ...

ισλανδικά
ungfrú, sakna, fröken

λιθουανικά
panelė, mergaitė, mergina

λετονικά
jauniete, jaunkundze, meiča, meitene

σλαβομακεδονικά
девојката

ρουμανικά
fată

σλοβενικά
gospodična, zamešat, gdč, zamuditi

σλοβακικά
slečna, miss

Τυχαίες λέξεις