Λέξη: γαλέρα

Σχετικές λέξεις: γαλέρα

μεσαιωνική γαλέρα, γαλέρα φάντασμα, η γαλέρα, γαλέρα περιοδικό, ενετική γαλέρα, γαλέρα λεξικο, γαλέρα wiki, ρωμαική γαλέρα, γαλέρα πλοίο, γαλέρα ρέθυμνο

Συνώνυμα: γαλέρα

γαλέρα, γαλιόνι

Μεταφράσεις: γαλέρα

αγγλικά
galley


ισπανικά
galera

γερμανικά
galeere

γαλλικά
cuisine, galère

ιταλικά
galeone, galleon

πορτογαλικά
galeão, galleon, galleon do, do galleon, do galleon do

ολλανδικά
galjoen, galleon, galjoen van, het Galjoen, het Galjoen van

ρωσικά
гичка, вельбот, кухня, галера, верстатка, ...

νορβηγικά
Gallion, galleon, gallionsfigur, gallionen, forliste skatten galleon

σουηδικά
kabyss

φινλανδικά
kaleeri

δανικά
galeon, galleon, galej, galeonen

τσεχικά
galéra, galeje

πολωνικά
galery, galera, żółć, galernik, organek, ...

ουγγρικά
gálya, hajókonyha

τούρκικα
kalyon, galleon, kalyonu, bir kalyon, büyük İspanyol gemisi

ουκρανικά
галера

αλβανικά
galion

βουλγαρικά
галера

λευκορωσικά
кухня

εσθονικά
galeer

κροατικά
galija

ισλανδικά
Galleon

λιθουανικά
galionas, Galleon, Galeon, Galeonas, Galion

λετονικά
buru kuģis, Galleon

σλαβομακεδονικά
галија, галеон

ρουμανικά
galeră

σλοβενικά
galeje

σλοβακικά
galeje

Τυχαίες λέξεις