Λέξη: δίνω

Σχετικές λέξεις: δίνω

δίνω λαβή, δίνω συνώνυμα, δίνω το παρόν μου, δίνω το παρόν, δίνω κλίση, δίνω γη και ύδωρ, δίνω πόνο σε όσους αντέχουν, δίνω σπόρους κεφίρ, δίνω εντολή, δίνω το παρών

Συνώνυμα: δίνω

δίνω, δίδω, παρέχω, παραχωρώ, χαρίζω

Μεταφράσεις: δίνω

αγγλικά
hand, proffer, give


ισπανικά
saeta, presentar, mano, dar, otorgar, ...

γερμανικά
übergeben, geben, eingeben, schriftzug, schenken, ...

γαλλικά
donnons, livrer, aiguille, élasticité, écriture, ...

ιταλικά
mano, impartire, proporre, offerta, proposta, ...

πορτογαλικά
oferecer, martelo, entregar, dar, garota, ...

ολλανδικά
bezorgen, overhandigen, aangeven, toebrengen, opbrengen, ...

ρωσικά
пробирать, сторона, отчитаться, причащать, крыло, ...

νορβηγικά
gi, hånd, forære, tilbud, skjenke

σουηδικά
skänka, förslag, donera, ge, hand, ...

φινλανδικά
tarjota, kortit, luovuttaa, antaa, ojentaa, ...

δανικά
give, forslag, arbejder, hånd

τσεχικά
rozdávat, zasvětit, podat, obětovat, část, ...

πολωνικά
przedkładać, udział, podać, przedkładanie, dawać, ...

ουγγρικά
holtjáték, aláírás, taps, leosztás, napszámos, ...

τούρκικα
el, sunmak

ουκρανικά
віддати, стрілка, матрос, лапа, клішня, ...

αλβανικά
jap, dorë

βουλγαρικά
предложение

λευκορωσικά
аддаць, рука, аддаваць, прынасiць, голка

εσθονικά
andma, aplaus, osuti, kammits

κροατικά
dopustiti, pružimo, daj, navesti, dajte, ...

ισλανδικά
hönd, gefa

λατινικά
affero, tribuo, manus

λιθουανικά
rašysena, aukoti, ranka, duoti

λετονικά
rokraksts, plauksta, dot, ierosinājums, roka, ...

σλαβομακεδονικά
раката

ρουμανικά
dai, scris, propunere, mână

σλοβενικά
dati, ruka, roka, podat, darovat, ...

σλοβακικά
ruční, ruka, dať, dlaň

Στατιστικά δημοτικότητας: δίνω

Τυχαίες λέξεις