Βολικός στα βουλγαρικά

Μετάφραση: βολικός, Λεξικό: ελληνικά » βουλγαρικά

удобен, удобно, удобна, удобни, удобното
βολικός στα βουλγαρικά

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

βολικός λεξικό γλώσσας βουλγαρικά, βολικός πάτρα, βολικός διονύσης, βολικός συνώνυμο, βολικός συνώνυμα, βολικός στα βουλγαρικά

Μεταφράσεις

έπειτα στα βουλγαρικά - след това, тогава, после, след, след което
βολβός στα βουλγαρικά - крушка, крушката, крушки, колба, луковица
βολεύω στα βουλγαρικά - прилив, вълна, отлив, прилива, приливите и отливите, костюм
βομβαρδίζω στα βουλγαρικά - бомбардирам, бомбардират, бомбардира, бомбардираме, обстрелват
βομβαρδισμός στα βουλγαρικά - бомбардиране, бомбардиране с, бомбардировки, бомбардировка

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Βολικός στα βουλγαρικά - Λεξικό: ελληνικά » βουλγαρικά
Μεταφράσεις: удобен, удобно, удобна, удобни, удобното