Παραπέμπω στα δανικά

Μετάφραση: παραπέμπω, Λεξικό: ελληνικά » δανικά

henvise, henviser, henvises, se, forelægge
παραπέμπω στα δανικά

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

παραπέμπω λεξικό γλώσσας δανικά, παραπέμπω στις ελληνικές καλένδες, παραπέμπω κλιση, παραπέμπω αγγλικά, παραπέμπω αόριστος, παραπέμπω συνώνυμο, παραπέμπω στα δανικά

Μεταφράσεις

ματαιότητα στα δανικά - ubrugelighed, unyttige, uselessness, er unødvendigt, formålsløse, forfængelighed
παρανυχίδα στα δανικά - forbryder, felon, bullen finger, misdæders
παραξενιά στα δανικά - skørhed, crazy, skøre, om hvordan, weirdness
παραπέρα στα δανικά - yderligere, længere, videre, endvidere, yderligere at
παραπαίω στα δανικά - stavre, vakle, totter, vakler

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Παραπέμπω στα δανικά - Λεξικό: ελληνικά » δανικά
Μεταφράσεις: henvise, henviser, henvises, se, forelægge