Λέξη: εννοώ

Σχετικές λέξεις: εννοώ

εννοώ σημασία, εννοώ συνωνυμα, εννοώ την ημέραν εκείνην, εννοώ την ημέραν

Συνώνυμα: εννοώ

σκοπεύω, εννοώ, σημαίνω, κατανοώ, περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω, πραγματοποιώ, αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω, καταλαμβάνω, νοώ, συλλαμβάνω, διανοούμαι, φαντάζομαι, παριστάνω

Μεταφράσεις: εννοώ

αγγλικά
mean


ισπανικά
significar, avariento, promedio, piojoso, medio, ...

γερμανικά
mittelwert, effektivwert, mittel, vorhaben, mittlere, ...

γαλλικά
pingre, chiche, sale, abject, mauvais, ...

ιταλικά
tirchio, intendere, esoso, significare, mezzo, ...

πορτογαλικά
entender, meio, avarento, significar, achar, ...

ολλανδικά
schraperig, inhalig, pinnig, betekenen, hebzuchtig, ...

ρωσικά
плюгавый, нищий, состояние, богатство, думать, ...

νορβηγικά
lav, gjerrig, middel, gjennomsnittlig, bety

σουηδικά
betyda, nedrig, elak, snål

φινλανδικά
ahne, aikoa, kitsas, tylsämielinen, viheliäinen, ...

δανικά
gennemsnitlig, mene, betyde

τσεχικά
špinavý, mínit, skoupý, sprostý, zlý, ...

πολωνικά
wredny, pośledni, myśleć, nędzny, gałgański, ...

ουγγρικά
középérték, középút

τούρκικα
orta, cimri, hasis

ουκρανικά
солодкомовний

αλβανικά
nënkuptoj, mesëm, mesatar

βουλγαρικά
среден, означава, кажа, да кажа

λευκορωσικά
чуць

εσθονικά
õel, tähendama

κροατικά
značiti, znači, možda mislili, možda mislili na, znače

ισλανδικά
ætla, meina

λατινικά
vilis

λιθουανικά
vidutinis, reikšti, reiškia, tai

λετονικά
vidējais

σλαβομακεδονικά
значи, значело, значат, да значи, значи дека

ρουμανικά
medie, semna

σλοβενικά
pomeni, pomenilo, pomenijo

σλοβακικά
znamenať

Τυχαίες λέξεις