Λέξη: εξάπλωση

Σχετικές λέξεις: εξάπλωση

εξάπλωση των τούρκων, εξάπλωση αγγλικά, εξάπλωση των αράβων, εξάπλωση συνώνυμο, εξάπλωση χριστιανισμού, εξάπλωση βικιλεξικο, εξάπλωση των οθωμανών, εξάπλωση των τούρκων και τελευταίες προσπάθειες για ανάσχεσή τους, εξάπλωση συνώνυμα, εξάπλωση του ελληνικού αλφαβήτου

Συνώνυμα: εξάπλωση

διάδοση, εξάπλωση, διασπορά, επέκταση, διεύρυνση, διαστολή, έκταση, αποτόνωση

Μεταφράσεις: εξάπλωση

αγγλικά
expansion


ισπανικά
ampliación, expansión, agrandamiento

γερμανικά
erweiterung, ausdehnung, vergrößerung, entwicklung, ausweitung, ...

γαλλικά
élargissement, extension, amplification, multiplication, développement, ...

ιταλικά
ingrandimento, allargamento, espansione, ampliamento

πορτογαλικά
expansão, abrir, expandir

ολλανδικά
vergroting, uitzetting, expansie

ρωσικά
увеличение, распространение, раскатка, растяжение, экспансия, ...

νορβηγικά
sprer seg, sprer, spre, spredning, å spre

σουηδικά
tillväxt, utvidgning

φινλανδικά
laajeneminen, laajentuminen, pöhötys, jatke

δανικά
sprede, spredning, at sprede, spredning af, spreder

τσεχικά
rozmach, expanze, rozvedení, rozpínavost, zvětšení, ...

πολωνικά
pęcznienie, rozwój, rozwinięcie, ekspansja, powiększenie, ...

ουγγρικά
puffadás, tágulás, fejlesztés, felfúvódás, tágítás, ...

τούρκικα
yayma, yayılan, yayılma, yayılmasını, yayılması

ουκρανικά
простір, поширювання, розповсюджування, експансія

αλβανικά
përhapje, përhapjen, përhapur, përhapjen e, përhapjes

βουλγαρικά
разпространяване, разстилане, разпространение, разпространение на, разпространява

λευκορωσικά
распаўсюджванне, распаўсюд, распаўсюджанне, распаўсюджаньне

εσθονικά
paisumine, laienemine, edasiarendus

κροατικά
proširenje, razvoj, sirenje

ισλανδικά
breiða, breiða út, að breiða út, að dreifa, að breiða

λιθουανικά
paskleidimas, plitimas, išplitimas, plitimo, plinta

λετονικά
paplašināšanās, paplašināšana, izplešanās, izplešana

σλαβομακεδονικά
ширење, шири, ширење на, се шири, ширењето

ρουμανικά
mărire

σλοβενικά
širi, širjenje, širjenja, širijo, širjenju

σλοβακικά
šírenie, šírenia, šíreniu, rozširovanie, šírení

Τυχαίες λέξεις