Λέξη: εξάπτω

Σχετικές λέξεις: εξάπτω

εξάπτω συνόνυμα, εξάπτω την περιέργεια, εξάπτω τη φαντασία, εξάπτω αόριστος, εξάπτω κλιση, εξάπτω το ενδιαφέρον

Συνώνυμα: εξάπτω

διεγείρω, ερεθίζω, εξάπτω, κοκκινίζω, ερυθριώ, κατακλύζω, εξάπτομαι, εκπλύνω, ανάπτω, ανάβω, φλογίζω

Μεταφράσεις: εξάπτω

αγγλικά
kindle


ισπανικά
encender, inflamar

γερμανικά
erregen, hervorrufen, anzünden

γαλλικά
embraser, inciter, enflammer, allumer, attiser, ...

ιταλικά
accendere, infiammare

πορτογαλικά
espécie, acender, amável, género

ολλανδικά
aanmaken, aansteken

ρωσικά
разгораться, разжечь, воспламенять, зажигаться, разгореться, ...

νορβηγικά
tenne

σουηδικά
excitera, uppväcka, hetsas, exciterar, upphetsa

φινλανδικά
sytyttää, herättää

δανικά
tænde

τσεχικά
zapalovat, roznítit, podnítit, rozněcovat, podněcovat, ...

πολωνικά
zapalić, rozniecać, zapłonąć, rozpalać, rozpalić, ...

ουγγρικά
izgat, gerjeszti, gerjesztésére, lelkesíteni, excite

τούρκικα
heyecanlandırmak, tahrik, excite, heyecanlandırıyor, heyecanlandıracak

ουκρανικά
вихователь, дитина, дитино

αλβανικά
nxeh, të nxeh, ngacmoj, ngjall, vini në sprovë

βουλγαρικά
възбуждам, вълнувам, възбуди, вълнува, вълнуват

λευκορωσικά
ўзбуджаць, узбуджаць, распачынаць, заводзіць, пачынаць

εσθονικά
süttima, poegima

κροατικά
zapaliti

ισλανδικά
espa, Excite, að espa, örva, að örva

λιθουανικά
sužadinti, sujaudinti, jaudinti, žadinti, aistrinti

λετονικά
satraukt, ierosināšanai, aizrauj, Excite, uzbudināt

σλαβομακεδονικά
возбуди, се возбуди, восхитување, возбудуваат, возбудува

ρουμανικά
excita, excite, a excita, stârni, stimula

σλοβενικά
vznemiriti, navdušile, vzbujanje, vznemirijo, vznemirja

σλοβακικά
vzrušiť, vzrušit, vzrušiť sa

Τυχαίες λέξεις